| Το στοιχειό |
| Written by Άρης Σείριος | |
|
2009
And my soul from out that shadow that lies floating
on the floor
Shall be lifted – nevermore
E.A.P. - The Raven
Στράφηκα στο παλιό δρύινο σκρίνιο. Άνοιξα το ντουλάπι και έβγαλα το μπουκάλι με το ουίσκι. Γέμισα ένα μεγάλο κρασοπότηρο και το κατάπια με άπληστη δίψα. Το ξαναγέμισα και πλησίασα το παράθυρο. Έξω η θύελλα μαίνονταν ασταμάτητη. Η νύχτα φωτίζονταν από ασυναγώνιστης λαμπρότητας αστραπές και τα μπουμπουνητά έσειαν συθέμελα το παλιό καλύβι μέσα στο οποίο είχα τόσο άφρονα στήσει το σπιτικό μου. Έμοιαζε πως μια και μόνον βροντή ήταν ικανή να συντρίψει τους παλιούς πλίνθινους αρμούς του. Να λυγίσει μοιραία τα παλιά δοκάρια του. Να προκαλέσει την κατάρρευση της ήδη ετοιμόρροπης κεραμοσκεπής. Τράβηξα τελείως την κουρτίνα. Ο παγωμένος αέρας με χτύπησε στο πρόσωπο και μου έφερε χοντρές στάλες βροχής, καθώς τα ξεχαρβαλωμένα παραθυρόφυλλα, αγωνιούσαν απεγνωσμένα, αλλά ανεπιτυχώς να κρατηθούν κλειστά στη μανία του ανέμου. Κατέβασα μια γερή γουλιά από το ποτήρι που μου έκαψε το στομάχι. Έπρεπε να πάρω μια απόφαση και γρήγορα. Να τα μαζέψω και να φύγω όσο εκείνη ακόμη έλλειπε; Μήπως να ξεντυθώ και να πέσω κάτω από τα σκεπάσματα προσποιούμενος ότι κοιμάμαι όταν γυρίσει; Ότι δεν το κούνησα λεπτό από το ζεστό κρεβάτι μας; Και πού να πάω μέσα στα μεσάνυχτα; Μέσα σε μια τόσο άγρια νύχτα, που θαρρείς και όλα τα δαιμόνια του κόσμου είχαν απελευθερωθεί από το μπουκάλι που τα κρατούσε φυλακισμένα για αιώνες και τώρα έπαιρναν την εκδίκησή τους; Με τι να φύγω, που τόσα χρόνια σ’ αυτόν τον ερημότοπο, δεν είχα αξιωθεί να πάρω ούτε ένα μικρό, μεταχειρισμένο αυτοκίνητο για μια δύσκολη στιγμή, για μια ώρα ανάγκης, όπως λένε, και μα την πίστη μου, αυτή κι αν ήταν ώρα ανάγκης... Ναι...ίσως θα ήταν καλύτερα να ξαπλώσω και να προσποιηθώ ότι δεν ξύπνησα καθόλου αυτή τη νύχτα. Όταν εκείνη γυρίσει θα με βρει όπως με άφησε. Ξαπλωμένο στο ίδιο πλευρό, παραδομένο στον ύπνο που θα τον κάνει πιο βαθύ, η κούραση της προηγούμενης ημέρας και η μανιασμένη θύελλα. Αύριο το πρωί, μόλις το φως έρθει και διώξει όλα τα φοβερά της νύχτας, όταν εξαναγκάσει σαν έμπειρος εξορκιστής, όλους τους δαίμονες, ΟΛΟΥΣ, να ξαναμπούνε στο αρχαίο μπουκάλι τους και κλείσει από πάνω ερμητικά τον φελλό, τότε θα μπορέσω να σκεφτώ πιο ψύχραιμα. Θα οργανώσω με προσοχή την απόδρασή μου. Θα εξαφανιστώ με ασφάλεια κάπου που ακόμη και ο διάβολος δεν θα μπορεί να με βρει. Μα αν εκείνη το καταλάβει; Σίγουρα θα πρόσεχε τις λάσπες που θ’ άφηναν τα παπούτσια μου, στο σανιδένιο πάτωμα, και που –όπως πάντα- καθόλου προνοητικός, θα ξέχναγα να καθαρίσω. Κι αν όχι αυτό, τότε τα βρεγμένα μου ρούχα που απρόσεχτα θα πέταγα στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Κι αν προνοούσα και γι’ αυτά, θα έβλεπε το μπουκάλι με το ουίσκι που θα άφηνα ανόητα πάνω στο τραπέζι, και θα ήταν ασφαλώς σίγουρη ότι όταν έφυγε αυτό βρίσκονταν μέσα στο ντουλάπι, σημάδι ότι ο ύπνος μου δεν ήταν και τόσο ήσυχος και αδιατάρακτος. Και τέλος πάντων, ό,τι κι αν φρόντιζα, σίγουρα πάνω στην ταραχή μου, θα μου διέφευγε κάτι, μια μικρή λεπτομέρεια που θα πρόδιδε αμέσως στο δικό της έμπειρο μάτι, τη νυχτερινή μου περιπλάνηση και τότε... Τότε ίσως το φως που περίμενα για την ασφαλή μου φυγή, να μην έρχονταν ποτέ, τουλάχιστον για μένα. Ίσως αυτό το σκοτεινό και βροχερό βράδυ να ήταν το τελευταίο μου. Σα να έβλεπα τώρα τους χωρικούς γύρω από το ανοιχτό μου φέρετρο, να κουνάνε με αγνή θλίψη το κεφάλι και να σκουπίζουν διακριτικά τα υγρά μάτια τους. ‘Ήταν αναπόφευκτο’ θα ψιθύριζε κάποιος κι ο άλλος θα συγκατάνευε με προφανή επίγνωση για το τι μιλούσε ο πρώτος. Και αν κάποιος άσχετος που θα παρευρίσκονταν στην σεμνή τελετή, χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια, θα ρωτούσε τι εννοούν, θα του απαντούσαν ‘είναι άγριος ο τόπος μας κι έχει πολλούς κινδύνους για κάποιον που δεν τον γνωρίζει καλά. Δεν έπρεπε να βγει έξω μια τέτοια νύχτα’. Ο ξένος θα καθησύχαζε με την απάντηση αυτή, την τόσο λογικοφανή και παραπλανητική μα συνάμα και τόσο ειλικρινή στο συμβολισμό της. Όχι. Πρέπει να φύγω αμέσως, σκέφτηκα. Ακόμη κι αν προνοήσω για όλα, ώστε εκείνη να μην καταλάβει τίποτα, πως είναι δυνατόν να μην ανατριχιάσω, όταν θα έρθει να ξαπλώσει δίπλα μου; Όταν θα βγει γυμνή από το μπάνιο, και χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα; Όταν κολλήσει όπως συνηθίζει το λείο, αψεγάδιαστο κορμί της πάνω στο δικό μου. Αυτή η συνήθειά της, που πάντα μου προκαλούσε αυτόματα την ερωτική υπερδιέγερση, που μου χάριζε κάθε βράδυ τέσσερις μήνες τώρα την υπέρτατη ηδονή, απόψε θα μου δίδασκε τον απόλυτο τρόμο. Την ανείπωτη φρίκη. Όχι δεν θα μπορώ να υποκριθώ πια ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Ότι δεν ξέρω τίποτα. Ότι δεν είδα... Αποφάσισα...έπρεπε να μαζέψω τα πράγματά μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τα πιο απαραίτητα. Τα λιγοστά μου χρήματα, τα βιβλία μου, τους αγαπημένους μου δίσκους. Την παλιά ξεθωριασμένη φωτογραφία της μητέρας μου... Έβγαλα την αξιοθρήνητη, ξεχαρβαλωμένη μου βαλίτσα από τη ντουλάπα. Άρχισα να μαζεύω σε κουβάρια τα ρούχα μου, ύστερα παράχωσα βιβλία και δίσκους. Τα προσωπικά μου αντικείμενα...τις φωτογραφίες. Τις έβγαζα από τα άλμπουμ και τις έριχνα άτακτα στην πλαϊνή θήκη. Και τότε έπεσε στα χέρια μου εκείνη η φωτογραφία, που πάντα θα μου θυμίζει την αποφράδα ημέρα της ζωής μου. Εγώ κι εκείνη χαμογελώντας και οι δυο αμήχανα, αλλά ευχαριστημένα. Ήταν από την εκδρομή που διοργάνωσε το καλοκαίρι η κοινότητα για τους νέους της. Η συμμετοχή μου ως δασκάλου του χωριού κρίθηκε από τον κοινοτάρχη επιβεβλημένη. Εκεί τη γνώρισα. Την είχα δει και νωρίτερα και θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν την πρόσεξα. Η φυσική της ομορφιά, όμοια με εκείνη νεράιδας, δεν περνούσε απαρατήρητη. Έσκυβε το κεφάλι και τα μακριά, κοκκινόμαυρα μαλλιά της έπεφταν σα φυσικές περσίδες για να καλύψουν το κοκκινισμένο από συστολή, πανέμορφο πρόσωπό της. Δεν έμεινα ασυγκίνητος, αλλά δεν τόλμησα ποτέ να της μιλήσω. Μέχρι εκείνη την καταραμένη ημέρα.
Ήταν το πρώτο καλοκαίρι μου σ’ αυτό το διαβολικό χωριό, όπου είχα διοριστεί ως δάσκαλος. Ο πρώτος μου διορισμός. Ξεκίνησα γεμάτος όνειρα κι ελπίδες την διδασκαλική μου καριέρα. Με όρεξη για εργασία και προσφορά και πράγματι κατάφερα από τον πρώτο κιόλας χρόνο να κερδίσω τόσο το ενδιαφέρον των μικρών μου μαθητών και μαθητριών, όσο και το γενικό σεβασμό των χωρικών, που με αντιμετώπιζαν σαν τον σοφό του χωριού παρά το νεαρό της ηλικίας μου. Ως εκ τούτου δεν μπορούσα να αρνηθώ την παράκληση για τη συμμετοχή μου στην καθιερωμένη ετήσια εκδρομή στη θάλασσα, η οποία απείχε ώρες ολόκληρες από τον ορεινό τόπο που βρισκόμουνα. Ούτε που θυμάμαι πως τα έφερε η ώρα και βρεθήκαμε να μιλάμε κάτω από την μαυρισμένη από τον χρόνο ακακία. Μου είπε τη λένε Φιλιώ. Δεν έμπαινε στη θάλασσα γιατί δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να μάθει κολύμπι. Προτιμούσε να συζητήσει μαζί μου. Να της πω για την ελληνική μυθολογία. Για τους θεούς του Ολύμπου, τους άθλους των ημίθεων, τα σπουδαία επιτεύγματα των αρχαίων προγόνων. Ήταν τόσο αθώα, τόσο αφελής και –αλίμονο- τόσο όμορφη που δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό. Ώρες ολόκληρες της μιλούσα, κι εκείνη όλο ξαναρωτούσε, γεμάτη απορίες παιδικές, παρά τα 17 της χρόνια. Από εκείνη τη μέρα δεν έφευγε από το μυαλό μου. Τη σκεφτόμουν συνέχεια. Μέρα και νύχτα. Υπέφερα από έναν έρωτα τόσο παράλογο και παράταιρο για τις συνήθειές μου, που δεν μπορούσα να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Επεδίωξα και τη συνάντησα. Μια φορά, περισσότερες. Μέχρι που κέρδισα την εμπιστοσύνη της, κι αρχίσαμε μακρινούς και μοναχικούς περιπάτους στο δάσος. Και μετά έγινε. Σε κάποιο ξέφωτο του δάσους, στο πυκνό γρασίδι. Δίπλα σε μια λίμνη που σχημάτιζαν οι εκβολές δυο χειμάρρων του βουνού. Στιγμές που αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου σαν σκηνικό μεσαιωνικού παραμυθιού. Μου χάρισε όλη της την αγνότητα, όλη της την τρυφερότητα χωρίς δισταγμό. Παραδόθηκε απόλυτα και άφοβα όπως ο μαθητής στον σοφό δάσκαλό του. Για μένα ήταν κάτι το συγκλονιστικό που με οδήγησε σε μια αλλόκοτη συμπεριφορά. Ήμουν ερωτευμένος μαζί της, το ένοιωθα. Κι όμως, από τότε προσπαθούσα να την αποφύγω όσο περισσότερο μπορούσα. Τη συναντούσα μόνον όταν ήταν αναπόφευκτο και πάντοτε σε μέρη που δεν θα μπορούσα να παρασυρθώ από το φλογερό μου πόθο για εκείνη. Δεν ήμουν σε θέση να το εξηγήσω. Έλεγα στον εαυτό μου πως ήταν από τις τύψεις που παρέσυρα ένα αθώο και άμαθο κορίτσι στη δίνη ενός παράτυπου και αδιέξοδου πάθους, που θα μπορούσε να επιφέρει για εκείνη τον κοινωνικό στιγματισμό της μικρής της κοινωνίας και για μένα ένα σκάνδαλο που θα έθετε πρόωρο τέλος στις προσδοκίες μου. Όμως ήξερα ότι δεν λογάριασα ποτέ τους κανόνες της ηθικής, ούτε του ρεαλισμού άλλωστε. Είχα ζήσει τα νεανικά μου χρόνια βυθισμένος στον απόλυτο αμοραλισμό. Ποτέ δε νοιάστηκα για τις ηθικές αξίες της καθεστηκυίας κοινωνίας. Για τους άγραφους, αλλά συχνά και τους έγγραφους νόμους της. Έζησα μια άσωτη, ακόλαστη νεότητα και επιστράτευσα την καλύτερή μου μάσκα της αγγελικής και σεμνότυφης μορφής όταν πάτησα το πόδι μου σ’ εκείνο το χωριό. Πόσο υποκριτής μπορούσα να είμαι με το να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι με στοίχειωνε η διακόρευση μιας ρομαντικής μικρής. Δεκάρα δεν έδινα. Τότε;... Μήπως ήμουν τόσο ερωτευμένος ώστε να μη μπορώ να ξορκίσω την...ανάρμοστη συμπεριφορά μου; Να μη μπορώ να καγχάσω για ακόμη μια φορά με περηφάνια ότι κατέκτησα θριαμβευτικά άλλο ένα λάφυρο χρησιμοποιώντας, όπως πάντα, ανέξοδες και ψεύτικες υποσχέσεις ώστε να ικανοποιήσω την εγωπαθή ματαιοδοξία μου; Μάλλον ίσχυε κι αυτό. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι πιο σκοτεινό κι απροσδιόριστο. Μια φοβική πεποίθηση ότι αυτή τη φορά είχα μπλέξει πολύ άσχημα. Τώρα που τα φέρνω ξανά στο μυαλό μου καταλαβαίνω τον αδιόρατο φόβο που με κυρίευε. Κάτι σαν ισχυρή διαίσθηση ότι πίσω από την ομορφιά και την ηδονή που μου χαριζόταν απλόχερα κρύβονταν ο πιο φρικτός εφιάλτης μου. Το πιο δαιμονικό συναπάντημα της ζωής μου. Ίσως-ίσως η Νέμεση για όλη την προηγούμενη ακόλαστη ζωή μου. Δυο μήνες μετά από τη μοιραία συνεύρεσή μας στο δάσος δέχτηκα την επίσκεψη του προέδρου της κοινότητας. Ήταν Αύγουστος. Η ζέστη ανυπόφορη ακόμη και σ’ αυτό το υψόμετρο. Καθισμένος στο τραπέζι μπροστά στον ανεμιστήρα που αγκομαχούσε από την πολύωρη όσο και μάταιη λειτουργία του, προσπαθούσα να διαβάσω μερικές σελίδες από κάποιο βιβλίο. Η τρομερή ζέστη αλλά περισσότερο η ψυχική μου αναταραχή για όσα είχαν γίνει δεν με άφηνε να συγκεντρωθώ. Όταν χτύπησε η πόρτα με κατέλαβε μια απροσδιόριστη ανησυχία. Άνοιξα με δισταγμό. Τον είδα να στέκεται εκεί με το κεφάλι κατεβασμένο φανερά προβληματισμένος. Κατάλαβα αμέσως γιατί είχε έρθει. Μισή ώρα μετά οι φόβοι μου επαληθεύθηκαν. Η μικρή ήταν δυο μηνών έγκυος. Δεν το είχε μάθει κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο και την οικογένεια της μικρής. Σε λίγο καιρό όμως δεν θα μπορούσε να παραμείνει κρυφό. Η μητέρα της ήταν πολύ φτωχή. Ζούσε σε κάποιο άλλο χωριό μισή μέρα ποδαρόδρομο από εδώ. Είχε άλλα τέσσερα παιδιά. Η φτώχεια την είχε τσακίσει, αλλά ο στιγματισμός της τοπικής κοινωνίας θα την εξόντωνε κυριολεκτικά, με βεβαίωσε. Μου επεσήμανε, φυσικά, το πόσο μ’ εκτιμά ως δάσκαλο και ως άνθρωπο και κατέληξε πως ήταν απόλυτα σίγουρος ότι θα αναλάμβανα τις ευθύνες μου και θα φερόμουν σαν πραγματικός άντρας και καλός χριστιανός. Ξαφνικά βρέθηκα εγκλωβισμένος σ’ ένα αδιέξοδο μονόδρομο, τον οποίο ούτε να εγκαταλείψω μπορούσα, αλλά ούτε και να τον βαδίσω πίσω. Θα μπορούσα να τ’ αρνηθώ όλα. Να πω ότι η μικρή λέει ψέματα. Πως κάποιος άλλος ήταν ο πατέρας και δεν ξέρω γιατί θέλει να μπλέξει εμένα. Ίσως γιατί θα ήθελε πολύ να ήταν αλήθεια. Κάτι τέτοιο, όμως, φάνηκε πολύ χυδαίο ακόμη και για τον δικό μου πρόστυχο αμοραλισμό. Και υπήρχε και κάτι άλλο. Κάτι απροσδιόριστο και αναπόφευκτο σαν άτροπος μοίρα, που μ’ έσπρωχνε, που με ανάγκαζε να αναλάβω την ευθύνη των πράξεών μου. Άλλωστε η Φιλιώ κάθε άλλο παρά αδιάφορη μου ήταν. Υπέφερα πραγματικά τους δυο αυτούς μήνες που πίεζα τον εαυτό μου να μείνει μακριά της. Τον διαβεβαίωσα πως είμαι πρόθυμος να επανορθώσω και τον παρακάλεσα να μεσολαβήσει. Ήταν η μεγαλύτερη ηλιθιότητα που έκανα στη ζωή μου. Ο κρότος ενός ισχυρού κεραυνού διέκοψε τις σκέψεις μου. Στα χέρια μου κράταγα σφιχτά τη φωτογραφία από τη μοιραία εκδρομή. Την έριξα βιαστικά στην πλαϊνή θήκη της βαλίτσας. Κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο ουίσκι που απέμεινε στο ποτήρι μου και φόρεσα βιαστικά το παλτό μου.
Ο δρόμος ήταν έρημος. Πέρασα βιαστικά και χώθηκα στο πυκνό φύλλωμα των καλαμποκιών που υψώνονταν σαν άγρια ζούγκλα, πανύψηλα και απειλητικά από την άλλη πλευρά. Σύντομα παρά το απόλυτο σκοτάδι εντόπισα το μονοπάτι, το οποίο άπειρες φορές στο παρελθόν είχα περπατήσει στους μοναχικούς περιπάτους που τόσο συνήθιζα. Ένοιωσα πολύ πιο αισιόδοξος. Πίστευα ότι σχεδόν τα είχα καταφέρει. Απλά έπρεπε να βιαστώ. Προχωρούσα με γρήγορα βήματα, σχεδόν έτρεχα και η βροχή όλο και αγρίευε. Παγωμένες σταγόνες μαστίγωναν το πρόσωπό μου και μ’ έκαναν να πονάω ενώ ο μανιασμένος αέρας φυσούσε από την αντίθετη κατεύθυνση λες και προσπαθούσε να εμποδίσει τη φυγή μου. Έσκυψα περισσότερο το κεφάλι και βάλθηκα να περπατώ με πείσμα. Ήταν μια προσπάθεια επιβίωσης και το ήξερα καλά. Δεν έβλεπα μπροστά μου από τη βροχή και το σκοτάδι όταν μια άγρια φωνή παρέλυσε το κορμί μου. ‘Ε, πού πας εσύ;’ Θα έπαιρνα όρκο ότι ο Διάβολος αυτοπροσώπως είχε παρουσιαστεί μπροστά μου και μου φώναζε με την απόκοσμη φωνή του. Σήκωσα απρόθυμα το βλέμμα και τον αντίκρισα. Ο Φον Τσάρας. Ανέβαινα αμέριμνος τον ανηφορικό δρόμο προς το σπίτι μου όταν τον πρωτοαντίκρισα. Κοντός, ασπρομάλλης, μόνιμα αξύριστος. Με δυο οριζόντιες βαθιές χαρακιές στο μέτωπο και μια κάθετη που θαρρείς έτεμνε ισομερώς το πρόσωπό του στα δυο. Βάδιζε σκυφτός από την αντίθετη κατεύθυνση. Στην τσέπη του βρώμικου και φθαρμένου σακακιού του εξείχε ένα γυάλινο φλασκί με ρακή. Το παντελόνι του ελεεινό με τα μπατζάκια χωμένα σε δυο παμπάλαιες γαλότσες που η ξεραμένη λάσπη πάνω τους τις έκαναν το πάχος τους να φαίνεται διπλάσιο από το πραγματικό. Οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν. Σήκωσε το κεφάλι και τα πύρινα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου. Ένοιωσα ένα διαπεραστικό πόνο να διαλύει το κρανίο μου. Ύστερα εκείνος έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του. Έμεινα εκεί κάμποση ώρα προσπαθώντας να συνέλθω. Ήμουν νεοφερμένος στο χωριό, μόλις λίγες ημέρες. Δεν τον είχα ξαναδεί. Την άλλη ημέρα περιέγραψα την εμπειρία μου στον πρόεδρο. Κατάλαβε αμέσως. ‘Ο Φον Τσάρας’ μου είπε. Ο νεκροθάφτης του χωριού. Μοναχικός και παράξενος άνθρωπος. Στουπί όλη ημέρα από ρακί. Δεν είναι κακός. Δεν έχει πειράξει ποτέ κανέναν. Απλά έχει μια περίεργη επίδραση όταν κοιτάζει τους ανθρώπους. Οι ντόπιοι τον ξέρουμε και αποφεύγουμε να τον κοιτάζουμε κατάματα. Πιστεύουμε ότι έχει ‘κακό μάτι...’. Δεν ήθελα να προσβάλω τον πρόεδρο, αλλά παραλίγο να βάλω τα γέλια για τις ανόητες προλήψεις του. Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι... ‘Είναι ξένος;΄’ ρώτησα. ‘Όχι ντόπιος’, ‘Και ο τίτλος Φον;’ ‘Δεν είναι τίτλος. Είναι το όνομά του. «Φον» δηλαδή Ξενοφών’ γέλασε εκείνος. ‘Ει, για πού το έβαλες, δάσκαλε;’ Επανέλαβε ο Φον Τσάρας. Τον κοιτούσα αποβλακωμένος. Δεν ήξερα τι να του πω. Αν έπρεπε να τον εμπιστευτώ. Αυτός μου φαινόταν πάντα περισσότερο διαβολικός ακόμη κι από όσα είχα δει αυτή τη νύχτα. ‘Πρέπει να φύγω’ του είπα. ‘Έχω μια σημαντική υπόθεση...’. Σήκωσε απειλητικά το φτυάρι που κουβαλούσε στον ώμο του. ‘Όπου κι αν πας δεν θα ξεφύγεις από ‘κείνη’ μου είπε. Οι λεπτομέρειες του γάμου κανονίστηκαν από τον πρόεδρο. Εγώ μια φορά μονάχα επισκέφτηκα το σπίτι της Φιλιώς. Για να δώσω επισήμως λόγο. Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί για να αποφύγουμε την υπερβολική ζέστη. Ο πρόεδρος ήρθε φορώντας τα κυριακάτικα ρούχα του. Με επέπληξε όταν με είδε ακόμη άντυτο. ‘Βιάσου δάσκαλε. Δεν κάνει να μας περιμένουν. Έχουμε κοντά δυο ώρες δρόμο με τ’ αμάξι’.
Μπήκα με δισταγμό. Ο πρόεδρος σχεδόν μ’ έσπρωξε μέσα ‘μη ντρέπεσαι’ μου έλεγε. Πώς να του εξηγήσω ότι δεν αισθανόμουν ντροπή, αλλά αηδία. Με κάθισε σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα στο σαρακοφαγωμένο τραπέζι. Ήρθε η μητέρα της. Είχε τα ίδια κρυστάλλινα, γκριζογάλανα μάτια. Το ίδιο λείο, μεταξένιο δέρμα. Παρά την προχωρημένη ηλικία της ούτε μια ρυτίδα δεν χαράκωνε το όμορφο πρόσωπό της. Έμοιαζε τόσο στη Φιλιώ, που για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως ήταν αυτή μεταμφιεσμένη. Ησύχασα τις παράλογες σκέψεις μου όταν είδα εκείνη να μπαίνει στο δωμάτιο. Όμορφη και μοιραία όπως την πρώτη μέρα που τη γνώρισα στη θάλασσα. Μ’ ένα κουρελιασμένο φόρεμα, σκισμένο πάνω από τα γόνατα που όχι μόνον δεν την έκανε να φαίνεται αξιολύπητη, αλλ’ αντιθέτως προκαλούσε και τον ανδρικό μου ερεθισμό. Δεν αναγνώριζα πια τον εαυτό μου. Ο πρόεδρος ανέλαβε το προξενιό και όση ώρα μιλούσε με στόμφο που θα ζήλευαν έμπειροι πολιτικοί του κοινοβουλίου, εγώ κατέβαζα το ένα ρακί μετά το άλλο. Η Φιλιώ φρόντιζε το ποτήρι μου να μην είναι ποτέ άδειο. Δεν είχε βγάλει λέξη όλη αυτή την ώρα. Μόνο με κοιτούσε. Ω θεέ μου, αυτά τα απερίγραπτα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά μου. Τόσο παθητικά, τόσο ερωτικά που μου έρχονταν τη μια να την ρίξω στο κρεβάτι και να της κάνω έρωτα αδιαφορώντας για την παρουσία των άλλων, και την άλλη να το βάλω στα πόδια και να εξαφανιστώ από εκεί που ήρθα. Δυστυχώς δεν έκανα τίποτα. Έμεινα εκεί να κατεβάζω το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Όταν ο πρόεδρος με σκούντησε κατάλαβα ότι η υπόθεση είχε φτάσει στο κρίσιμο σημείο.
‘Να την πάρεις γιε μου, αφού την αγαπάς’ άκουσα να λέει, και αυτό ακούγονταν περισσότερο σαν απειλή, παρά σαν ευχή μάνας. ‘Να την πάρεις, αλλά να ξέρεις ότι η Φιλιώ δεν πρόκειται να αγαπήσει άλλον στη ζωή της. Θα είσαι μαζί της για πάντα. Μη την προδώσεις ποτέ. Θα το μετανιώσεις πικρά...’ Αυτή η τελευταία προειδοποίηση ειπώθηκε τόσο γλυκά και αθώα που δεν κατάλαβα το νόημά της παρά μόνον πολύ αργότερα. Ύστερα μου εξήγησε πως θα έπρεπε η κόρη της μια φορά το μήνα να επισκέπτεται την οικογένειά της και να μένει όλη τη νύχτα μαζί τους. Ήταν δύσκολο να την αποχωριστούν. Άλλωστε και μέχρι τώρα από τότε που η οικογενειακή ανέχεια την έσπρωξε να έρθει για δουλειά στο δυσπρόσιτο γι’ αυτούς χωριό μας, η Φιλιώ τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια αυτή την οικογενειακή της υποχρέωση. Δεν υπήρχε λόγος να τη διακόψει τώρα. Μου φάνηκε δίκαιο και φυσιολογικό τότε, αλλά νομίζω ότι η ανυποψίαστη αποδοχή μου επετεύχθη ευκολότερα γιατί δεν μου είπε ότι αυτό πρέπει να γίνεται μια συγκεκριμένη ημέρα του μήνα. Εκ των υστέρων παρατήρησα ότι αυτή η ημέρα συνέπιπτε πάντοτε στη φάση της νέας σελήνης. ‘Γύρνα πίσω, άμοιρε’ μου είπε ο Φον Τσάρας. ‘Αν γυρίσει σπίτι και δε σε βρει, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε...’. Τον κοίταξα με φόβο και απόγνωση. Σε μια φράση περιέκλεισε τον αποψινό μου εφιάλτη. Ήταν στη κηδεία του προέδρου λίγους μήνες μετά τον γάμο μου που τον παρατήρησα καλύτερα. Ο ευγενικός και καλόκαρδος πρόεδρος έφυγε στον ύπνο του από καρδιακή προσβολή. Ήταν κουμπάρος μας. Είχε ο ίδιος κανονίσει λαμπρό γλέντι στο γάμο. Με παραδοσιακά συγκροτήματα από την περιοχή. Τρεις μέρες πίναμε και χορεύαμε. Καιρό είχε το χωριό να ζήσει τέτοια γιορτή. Μας πάντρεψε ένας παπάς από το γειτονικό χωριό γιατί ο δικός μας λίγες μέρες πριν το μυστήριο έπεσε βαριά άρρωστος στο κρεβάτι. Ο δύστυχος ιερέας πέθανε την τρίτη νύχτα του γάμου, αλλά φυσικά το μυαλό μου δεν μπορούσε τότε να συλλάβει τον φρικιαστικό συμβολισμό αυτού του θανάτου. Όταν πέθανε και ο πρόεδρος, ο κουμπάρος, μαζευτήκαμε σύσσωμο το χωριό για να του ευχηθεί το καλό κατευόδιο. Ο Φον Τσάρας έσκαβε τον λάκκο όση ώρα ο ιερέας του διπλανού χωριού, ο ίδιος που μας είχε παντρέψει λίγους μήνες νωρίτερα, έψελνε την εξόδιο ακολουθία.
‘Εντάξει Φον Τσάρα’ του είπα. ‘Ήρθες εδώ απόψε για να τελειώσεις αυτό που εκείνη ξεκίνησε’...’Ήρθα για να σώσω τη μίζερη ζωή σου’, απάντησε σιβυλλικά. ‘Το φτυάρι μου αρνείται να σκεπάσει τον τάφο σου...’. Άφησα τη βαλίτσα να πέσει βαριά στο υγρό χώμα. Άνοιξα τα χέρια και τα σήκωσα προς τον ανταριασμένο ουρανό. Ξαφνικά ένοιωσα πρόθυμος να πεθάνω. Σαν έτοιμος από καιρό. Τίποτα χειρότερο απ’ αυτό δεν μπορεί να με περιμένει, σκέφτηκα και άνοιξα τα μάτια για να αντιμετωπίσω αντρίκεια το μοιραίο χτύπημα. Το πρόσωπό της ζωγραφίστηκε μέσα από το λαμπερό φως κάποιας αστραπής. Ήταν μόλις ένα μήνα μετά το γάμο. Η πρώτη βροχή του Σεπτεμβρίου ήρθε συνοδευόμενη με μια μανιασμένη ανεμοθύελλα. ‘Απόψε πρέπει να πάω στη μάνα μου’, είπε. ‘Μα πού να πας μια τέτοια νύχτα’ της είπα ‘γιατί δεν περιμένεις να κοπάσει η μπόρα; Επιτέλους πας αύριο...’. Με κοίταξε με ‘κείνο το απαθές βλέμμα της. ‘Σήμερα είναι η μέρα είπε’. Ντύθηκε σβέλτα. Φόρεσε μόνο ένα λεπτό φόρεμα κι ένα φθαρμένο πανωφόρι . Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στην καταιγίδα. Ανησύχησα. Την αγαπούσα αυτή τη γυναίκα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Η υγρασία και μια περίεργη ψύχρα μ’ έκανε να ανατριχιάσω. Σκέφτηκα να την ακολουθήσω. Να τη βοηθήσω άμα χρειαστεί. Μετά σκέφτηκα την υπόσχεσή μου στη μητέρα της. ‘Εκείνη τη νύχτα θα την αφήνεις μόνη της. Θα έρχεται σε μένα. Ποτέ μη την ακολουθήσεις. Ποτέ μη την αμφισβητήσεις. Θα είναι δικιά σου για πάντα εκτός από δώδεκα ημέρες τον χρόνο...’. Αυτή της η φυγή κάθε σούρουπο, μια φορά το μήνα επαναλαμβάνονταν σταθερά και αδιάκοπα. Σιγά-σιγά συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για αυτή τη συγκεκριμένη μέρα του μήνα. Προσπαθούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Τι συνέδεε τη νύχτα της νέας σελήνης με την ανάγκη της γυναίκας μου να επισκέπτεται τη μητέρα της. Πέρασαν άλλοι τρεις μήνες. Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά. Το φευγιό της Φιλιώς συνεχίζονταν μια φορά κάθε μήνα απαρέγκλιτα. Επέστρεφε πάντα πριν χαράξει. Ήρθε η ώρα της αλήθειας. Η νύχτα που αποφάσισα να παραβώ τις υποσχέσεις μου και να την ακολουθήσω. Να δω που πάει όλο το βράδυ. Να μάθω τι συμβαίνει. Ανάθεμα την ώρα εκείνη που αποφάσισα αυτή μου την παρατυπία. ‘Αν θες τη συμβουλή μου’ είπε ο Φον Τσάρας, ‘γύρνα αμέσως στο κρεβάτι σου. Έχεις χρόνο πριν το χάραμα. Γύρνα πίσω, μπες κάτω από τα σκεπάσματα, και καμώσου πως δεν συμβαίνει τίποτα’. ‘Πώς θα μπορούσα να καμωθώ κάτι τέτοιο μετά από όσα είδα σήμερα;’. ‘Δεν είδες τίποτα περισσότερο απ’ όσα ήθελες να δεις. Απ’ όσα η φαντασία σου επέτρεψε να δεις. Αλήθεια πιστεύεις ότι μπορείς να καταλάβεις έστω και το πιο απλό απ’ όλ’ αυτά;’ Έσκυψα το κεφάλι με απόγνωση. Είχε δίκιο. Όλος μου ο κόσμος κατέρρεε μέσα σε οράματα, φαντασιώσεις και πραγματικότητες. Μύθοι και αλλόκοτες ενοράσεις. Μυστικές φωνές και ενορατικά μηνύματα. Δεν μπορούσα να εμπιστευθώ ούτε τις αισθήσεις μου. Φόρεσα το αδιάβροχο και την ακολούθησα. Κατευθύνθηκε προς το δάσος. Στο ξέφωτο που κάποτε έγινε δικιά μου. Αναρωτήθηκα αν είχε από πριν σχεδιάσει να γίνει εκείνη η μοιραία ένωσή μας σ’ αυτό το μέρος ή αν επέλεξε αυτόν τον τόπο για την τέλεση των μυστηρίων της μετά απ’ όσα συνέβησαν μεταξύ μας. Τώρα που το σκέφτομαι κλίνω μάλλον προς την δεύτερη εκδοχή. Δίπλα στη μικρή λιμνούλα μέσα στη βροχή, έβγαλε όλα της τα ρούχα. Το γυμνό κορμί της έλαμψε κάτω από την αναλαμπή των αστραπών. Μπήκε αργά στο νερό. Πίσω από τα φύλλα ενός θάμνου την παρακολουθούσα ηδονισμένος και τρομοκρατημένος ταυτόχρονα. Κολυμπούσε με αργές κινήσεις στο ακίνητο νερό. Σκέφτηκα το ψέμα της ότι δεν ήξερε κολύμπι. Τώρα ελίσσονταν στο νερό σα φίδι. Παρακολουθούσα εκστασιασμένος. Η ομορφιά αυτής της γυναίκας ήταν προκλητική τουλάχιστον όσο και τα ψέματα που μου ‘χε πει όλον αυτόν τον καιρό. Και τόσο τρομακτική ταυτόχρονα, όσο και το φοβερό μυστικό που μου έκρυβε. Μα πώς μπόρεσα να είμαι τόσο αφελής; Με πόση αφέλεια δέχτηκα την αλλόκοτη δικαιολογία που μου ξεφούρνισε η μάνα της για την αναγκαιότητα της μηνιαίας αυτής επίσκεψης;
Η νύχτα προχωρούσε και το ερπετό τύλιγε το στιλπνό κορμί του γύρω από τον κορμό του γέρικου δέντρου, τίναζε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, έγλειφε το υγρό χορτάρι. Φωτίζονταν μόνον από τις αστραπές. Μία στο τόσο...Το έβαλα στα πόδια. Έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και το μυαλό μου εργαζόταν πυρετωδώς. Να φύγω από ‘δω τώρα, τώρα... Ώστε, λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος τα ήξερε όλα. Προφανώς ήταν ο ανθρώπινος υπηρέτης του διαβολικού πλάσματος. Είχε πουλήσει τις υπηρεσίες και την ψυχή του στην κόλαση. Οπλισμένος με ένα απίστευτο θράσος του πέταξα στα μούτρα τη γνώμη μου για εκείνον και για την αφέντρα του. Αγρίεψε. ‘Δεν είμαι κανενός υπηρέτης, εγώ’, μου είπε. ‘Σύντροφος του Χάρου. Αυτό είμαι. Και μα την αλήθεια Εκείνος καθόλου δε θα στενοχωρηθεί για την βλακεία σου’.
Έκανα να τρέξω, μα τα πόδια μου ήταν σαν καρφωμένα στο λασπερό έδαφος. Κι αυτό γίνονταν όλο και πιο μαλακό. Όλο και πιο υγρό. Κι ένοιωσα να βυθίζομαι αργά και βασανιστικά, σαν σ’ ένα βούρκο. Σαν σε κινούμενη άμμο που απειλούσε να με ρουφήξει άπληστα και οριστικά. Ήμουν χωμένος στον βούρκο μέχρι τα γόνατα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Παραλυμένος από μια ανώτερη, ακατανίκητη δύναμη. Ένοιωθα το μίσος να θεριεύει γύρω μου. Ο αέρας άλλαζε σύνθεση. Το οξυγόνο ελαττώνονταν δραματικά. Με δυσκολία πλέον ανέπνεα. Μυρωδιά θειαφιού γέμιζε την ατμόσφαιρα. Τα μάτια κλειστά. Περιμένοντας το μοιραίο. Μια σκιά πέρασε μπροστά από τα κλειστά βλέφαρά μου. Άνοιξα τα μάτια. Το φοβερό φτυάρι του Φον Τσάρα στέκονταν υψωμένο ανάμεσα στο βασανιστικό μου τέλος και στα πελώρια μάτια της δημίου. Τα άκρα μου λύθηκαν. Με γρήγορες κινήσεις βγήκα από το έλος στο οποίο βυθιζόμουν. Έτρεξα στο μονοπάτι με ορμή. Φτάνοντας μερικά μέτρα παρακάτω στον επαρχιακό δρόμο που οδηγούσε στη σωτηρία μου άκουσα έναν φοβερό κρότο. Όπως όταν το μέταλλο συγκρούεται με μέταλλο. Γύρισα το κεφάλι. Το φτυάρι του Φον Τσάρα είχε θρυμματιστεί και τα κομμάτια του σκόρπισαν στο χώμα. Ο ίδιος κείτονταν ακίνητος παραδίπλα, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Τραγικά άδεια από ζωή. Στη στιγμιαία αναλαμπή του κεραυνού μπόρεσα να διακρίνω το γνώριμο πλέον -θα έλεγα- ηρωικά αδιάφορο βλέμμα. Έμοιαζε νεκρός, μα δε στάθηκα ούτε μια στιγμή να το εξακριβώσω. Έτρεξα ακόμη γρηγορότερα από πριν. Έτρεχα όλη τη νύχτα. Όταν έφτασα στο μεγαλοχώρι ένοιωσα πως σώθηκα. Πήγα κατευθείαν στο σπίτι του μοναδικού ιδιοκτήτη αγοραίου οχήματος. Χτύπησα την πόρτα με μανία. Τα χρήματα που του πρόσφερα τον έπεισαν, παρά την αρχική οργή του, για το ακατάλληλο της ώρας, να με μεταφέρει στο σταθμό του τρένου αμέσως.
Η ανανδρία μου, η ανόητη εγωπάθειά μου, η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου. Αυτά με οδήγησαν ως εδώ. Τα μάτια τους μου το φωνάζουν αδιάκοπα. Κραυγές φρίκης και δαιμονικά ουρλιαχτά, ανυπόφορα στο σαλεμένο μυαλό μου. Το ρολόι του τοίχου χτυπά μεσάνυχτα. Σφίγγω τη λύτρωση. Σηκώνω το χέρι...
Άρης Σείριος (Μάρτιος 2009)
|









Άνοιξα αλλόφρων την ξύλινη εξώπορτα και όρμησα μέσα στο σπίτι. Το τραπέζι στη μέση του δωματίου σταμάτησε τη φόρα μου. Ακούμπησα τα χέρια μου πάνω του, στήριξα όλο το ασήκωτο βάρος μου εκεί, σωματικό και ψυχολογικό. Μέχρι που άκουσα τον τριγμό της διαμαρτυρίας του.
Όσες φορές έτυχε να περάσει δίπλα μου ανέδιδε μια ηδονική οσμή φρεσκοκομμένου χόρτου ανακατεμένου με καλοκαιρινή βροχή. Τα μάτια της, ω θεέ μου, αυτά τα μεγάλα, ονειρικά μάτια. Σε μια γκρίζα απόχρωση του γαλάζιου και με μια λάμψη που τα έκανε να μοιάζουν κρυστάλλινα.
Βγήκα στον δρόμο. Ο δημοτικός φωτισμός είχε διακοπεί, κάτι συνηθισμένο ακόμη και σε πολύ ασθενέστερες από την αποψινή κακοκαιρίες, όμως αυτό το πηχτό σκοτάδι που διακόπτονταν μόνον από τις στιγμιαίες λάμψεις των αστραπών έκανε το αίμα μου να παγώσει. Κάτι πολύ δαιμονικό πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Δεν θα ήταν μια εύκολη απόδραση.
Ήταν μια μίζερη πέτρινη παράγκα. Με το που πάτησα μέσα μ’ έπιασε στομαχικός ίλιγγος. Βρώμα και πεινασμένα ανθρώπινα χνώτα. Ένας μικρός χώρος ακατάστατος και ρυπαρός. Τα δήθεν υπνοδωμάτια δεν ήταν παρά ένα μέρος του ενιαίου σπιτιού που χωρίζονταν με αυτοσχέδια παραβάν καμωμένα από ένα σκοινί και κρεμασμένες βελέντζες. Πίσω απ’ αυτές βρίσκονταν πέντε παλιοκρέβατα. Το ίδιο ακατάστατα και βρώμικα. ‘Η χαρά των ψύλλων’ σκέφτηκα.
Η μητέρα της Φιλιώς με κοίταξε με αυστηρότητα που μου έκοψε τα πόδια. Περίμενα να με κατακεραυνώσει για την επιπολαιότητα και την ασυνειδησία μου. Τα μάτια της αυτό έλεγαν. Τα λόγια της όμως ήταν διαφορετικά. ‘Αγαπητό μου παιδί’ άρχισε, ‘δεν ωφελεί να θρηνούμε για ό,τι έγινε. Είστε και οι δυο νέοι και το αίμα σ’ αυτή την ηλικία...’ Και όσο μιλούσε τόσο το βλέμμα της σκλήραινε. Και το μίσος της για μένα γίνονταν τόσο ανυπόφορο όσο γλυκύτερα γίνονταν τα λόγια της. Μου εξήγησε ότι η κόρη της δεν είχε καμιά προίκα άλλη εκτός από την τιμή της και αφού αυτή την είχα ήδη ‘σπαταλήσει’ δεν θα έπρεπε να περιμένω κάτι άλλο. Μα δεν είχε σημασία, έλεγε, γιατί σημαντικό είναι η αγάπη, και αφού εμείς αγαπιόμασταν κανείς -‘ούτε ο διάβολος’ είπε- δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο σ’ αυτή την ένωση. Δε μου ζήτησε ούτε από περιέργεια την άποψή μου. Δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει αν πραγματικά αγαπούσα την κόρη της, αν επιθυμούσα αυτό το γάμο ή βρισκόμουν εκεί μόνον από ένα ηλίθιο και πρωτοφανές για μένα φιλότιμο. Και καλύτερα που δε με ρώτησε γιατί θα αναγκαζόμουν να ομολογήσω ότι την αγαπούσα τη Φιλιώ. Και θα ήταν η μεγαλύτερη αλήθεια που έλεγα στη ζωή μου. Δεν ήθελα να την παντρευτώ σίγουρα, αλλά ήμουν ξετρελαμένος μαζί της. Εγώ απλά κουνούσα καταφατικά το κεφάλι, προσπαθώντας μέσα από τη ζάλη του αλκοόλ να καταλάβω τι διαδραματίζονταν.
Διέκοψε την κοπιαστική του εργασία μόνο δυο ή τρεις φορές κι αυτές όχι για να κάνει τον σταυρό του αλλά για να κατεβάσει μερικές βαθιές ρουφηξιές από το ‘μαγικό ελιξίριό’ του. Το ρακί που φύλαγε ευλαβικά στο γυάλινο φλασκί στην φθαρμένη τσέπη του σακακιού του.
Μετά από δέκα λεπτά βγήκε από το νερό. Το δέρμα της δεν ήταν πια λείο όπως το ήξερα. Είχε ζαρώσει. Το όμορφο πρόσωπό της τσάκιζε σε φριχτές πτυχώσεις. Έσπαγε σε κομμάτια. Το σώμα της ξεφλούδιζε σε μεγάλες φλούδες νεκρού δέρματος. Σύντομα όλο της το κορμί. Και η μορφή της άλλαζε σιγά-σιγά. Είδα το πρόσωπό της να επιμηκύνεται. Τα άκρα της να απορροφούνται στο σώμα της. Σύντομα δεν απέμεινε τίποτα παρά ένα στρογγυλό μακρύ σώμα. Η γυναίκα που αγάπησα όσο τίποτε άλλο στη ζωή μου είχε μεταλλαχθεί σ’ ένα γλοιώδες, φρικτό φίδι, που συστρέφονταν γύρω από τις εξέχουσες ρίζες της ακακίας όπου σμιχτήκαμε, πλαταγίζοντας τη δαιμονική διχαλωτή του γλώσσα στα φολιδωτά σαγόνια του.
Γύρισε να φύγει. Δυο γκριζογάλανα κρυστάλλινα μάτια σχηματίστηκαν στον σκοτεινό ορίζοντα. Αλίμονο. Εκείνη με είχε προφτάσει. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο απ’ αυτήν στον χώρο πέρα από τα δυο μελαγχολικά, ψυχοβόρα μάτια της. Πελώρια σα βουνό. Εκτυφλωτικά φωτεινά σαν άστρο. Ελκυστικά σα δαιμονικός μαγνήτης ψυχών. ‘Είναι το τέλος’ σκέφτηκα. Μια φωνή αντηχούσε μέσα μου. Μια φωνή που δεν την άκουγα με τ’ αυτιά μου, παρά μόνον με το μυαλό μου. ‘Γύρνα πίσω’.
Κάθομαι φοβισμένος στο παλιό δρύινο γραφείο μου. Γράφω αυτή την ιστορία στο λιγοστό φως ενός κηροπήγιου, όπως ένας αυτόχειρας θα έγραφε το στερνό του σημείωμα. Για να μάθουν αυτοί που θα βρουν το νεκρό κορμί μου την αιτία του θανάτου μου. Γλίτωσα εκείνο το βράδυ. Μα από τότε δεν έχω βρει ησυχία. Κάθε που νυχτώνει επιστρέφουν. Τα μάτια του Φον Τσάρα, γεμάτα απαξίωση και αδιαφορία. Και τα μάτια τα δικά της. Μίσος και περιφρόνηση. Ανυπόφορα με τρυπούν σαν πελώρια καρφιά. Βυθίζομαι στη λήθη του αλκοόλ και των ναρκωτικών γυρεύοντας γαλήνη. Αναζητώ μια νύχτα ήρεμου ύπνου. Μάταια. Έχω από καιρό προμηθευτεί το λυτρωτικό περίστροφο και τη σωτήρια σφαίρα.