close
banner
ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ & ΟΡΙΣΜΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΦΟΒΩΝ & ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ & ΣΥΝΗΘΕΙΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ & ΧΡΟΝΟΥ

ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Outer

Outer Limits of Mankind

Banner
ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ & ΟΡΙΣΜΩΝ
ΕΚΤΟΣ ΦΟΒΩΝ & ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ
ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ & ΣΥΝΗΘΕΙΩΝ
ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ & ΧΡΟΝΟΥ
ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Banner
Banner
Banner

antidogma

Follow us

facebook_logo
twitter_logo
Η Φωτιά της Ζωής

fwtia_zwhs_cover

 

Fantasy-eyes-eyes-5969426-550-440Έτσι ξεκίνησαν όλα. Το πρωινό εκείνης της φοβερής ημέρας που άλλαξε για πάντα τη ζωή μου. Εκείνης που με οδήγησε στα όρια της παράνοιας.

Ήμουν στο γραφείο της Έλενας. Συμφοιτήτριά μου στο ίδιο έτος, αλλά αυτή δεν είχε καμιά σχέση ούτε με μένα ούτε με τους περισσότερους φοιτητές της Σχολής, για να μην πω με κανέναν απ’ αυτούς. Η Έλενα δεν ήταν μόνον έξυπνη και επιμελής, αλλά και πολύ σοβαρή, πολύ πιο σοβαρή απ’ ό,τι θα συγχωρούσε η ηλικία της με αποτέλεσμα σε πολλούς να φαίνεται σνομπ.

Η σοβαρότητά της δεν αποτυπώνονταν μόνον στην προσήλωσή της στα μαθήματα της σχολής αλλά και στην εμφάνισή της, η οποία καμιά σχέση δεν είχε με 22χρονη κοπέλα.

Φορούσε πάντα μαύρα κοκάλινα γυαλιά με χοντρό σκελετό, έπιανε τα μαλλιά της κότσο ψηλά στο κεφάλι και ντύνονταν σχεδόν πάντα με μεγαλίστικα, αυστηρής γραμμής ταγέρ σε σκούρο χρώμα. Φυσικά ούτε τα μαύρα γυαλιά κατάφερναν να κρύψουν κάτι από την μεθυστική λάμψη των καταπράσινων ματιών της, ούτε τα σοβαρά ταγέρ έκρυβαν τις τέλειες γραμμές του κορμιού της, Απεναντίας, μάλλον τις τόνιζαν μοιράζοντας λαθραίες όσο και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις προς τα αρσενικά της Σχολής. Τα δε μαζεμένα μαλλιά της άφηναν να προβάλλεται σε όλο του το μεγαλείο ο ψηλός, υπέροχος λαιμός της με το μεταξένιο δέρμα που σκόρπιζε ευωδιές και σαγήνευε όποιον τυχερό περνούσε από κοντά της. Και φυσικά πάντοτε προκαλούσε ανυπόκριτα βλέμματα θαυμασμού, όταν κυκλοφορούσε αέρινα και διακριτικά στους διαδρόμους του πανεπιστημίου.

Είχε τον αέρα όχι ενός σέξι κοριτσιού, αλλά μιας όμορφης, ώριμης γυναίκας. Γεγονός που προφανώς είχε εκτιμήσει και ο καθηγητής της Βιολογίας Φάνης Σωτηρίου ώστε εξ’ αρχής να την τοποθετήσει ως βοηθό του και γραμματέα  στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο. Αυτό φυσικά τη βοήθησε να προχωρήσει πολύ περισσότερο στις σπουδές της και νομίζω ότι υποσχόταν μια μάλλον εξασφαλισμένη καριέρα πιθανόν και ως ακαδημαϊκό, κάτι που αποτελούσε όνειρό της.

Ομολογώ τώρα ότι ήμουν από τότε ερωτευμένος μαζί της, μα εκείνη την εποχή δεν τολμούσα όχι να της το δείξω, μα σχεδόν ούτε και να το σκεφτώ. Άλλωστε από μια παραξενιά της μοίρας είχα συνδεθεί μ’ εκείνη εξ’ αρχής με στενή φιλία και δεν είχα το θάρρος να της συμπεριφερθώ διαφορετικά. Ίσως από ντροπή και φιλότιμο, ίσως από δειλία μήπως θυμώσει και χάσω τις πολύτιμες ώρες που πέρναγα μαζί της. Μάλλον το δεύτερο.

Εκείνο το πρωί λοιπόν, βρισκόμουν στο γραφείο της. Εκείνη τακτοποιούσε σχολαστικά κάποιες φοιτητικές εργασίες κι εγώ –ως συνήθως- φλυαρούσα. Γενικώς δεν μίλαγα πολύ, αλλά μαζί της επιστράτευα μια ακατάσχετη πολυλογία για να ξεπεράσω την ακαταμάχητη ταραχή που μου προκαλούσε η σαγήνη της.

- Διάβασες για τις τελευταίες εξελίξεις στις έρευνες με τα βλαστοκύτταρα, Έλενα;

-  Ναι...Φυσικά...

-  Και τι γνώμη έχεις;

-  Ιάσονα έχω πολύ δουλειά, ξέρεις...

-  Μα τι μου λες τώρα...Είναι φοβερή όλη αυτή η υπόθεση...

Με κοίταξε λίγο ειρωνικά, πάνω από τα γυαλιά της, αλλά δεν είπε τίποτα.

-  Ξέρεις νομίζω ότι σταθερά η Βιολογία εξελίσσεται από ανθρώπινη επιστήμη σε θεία τέχνη. Δεν είναι μακριά η ημέρα που οι βιολόγοι θα είμαστε κάτι σαν θεοί, θα...

- Θα είμαστε;

- Ναι...μα τι έπαθες για τους βιολόγους μιλάω...

- Πιθανόν να έχεις δίκιο. Δε βλέπω όμως πως συγκαταλέγεις τον εαυτό σου στο μέλλον της Βιολογίας.

- Με δουλεύεις, Έλενα;

- Εγώ; Μα τι έχεις πάθει; Έχεις ξεμωραθεί τελείως; Δεν έχεις πια ούτε μέτρο, ούτε συναίσθηση...

- Μισό λεπτό...για ποιο πράγμα μου μιλάς;

- Για ποιο πράγμα, ε; Δεν καταλαβαίνεις, λοιπόν

Χαμήλωσα το βλέμμα και ετοιμάστηκα για το ‘λούσιμο’

- Βέβαια, ο κύριος δεν έχει ιδέα για τον φόνο...

- Έγινε και φόνος; τόλμησα να αστειευτώ.

- Μη με ειρωνεύεσαι εμένα...Θαρρείς δεν έμαθα για τα χθεσινά σου κατορθώματα στο πάρτι των τεταρτοετών; Ξεσάλωσες πάλι. Μαζί μ’ αυτούς τους αλήτες που έμπλεξες.

- Έλενα...

- Πάψε. Τώρα θα μ’ ακούσεις...

- ...

Κάθισα πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου, μισόκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Αφού δεν μπορούσα να το αποφύγω τουλάχιστον θα το απολάμβανα...

- Πήγατε στο πάρτι σουρωμένοι, αναστατώσατε τους πάντες. Ερωτοτροπήσατε σχεδόν με όλες τις κοπέλες. Εσύ ιδίως...

Πήγα να ψελλίσω κάτι, αλλά κατάλαβα ότι ήταν μάταιο...

-  Μέχρι που στο τέλος σας πέταξαν έξω από την αίθουσα, πάλι καλά που δεν σας έδειραν κιόλας...Και όλα αυτά στις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Έτσι;

- Έτσι...

- Και μπορείς να μου πεις τι ώρα γύρισες στο σπίτι, Ιάσονα;

- Εεε...κάπου εκεί...

- Μη λες ψέματα. Μετά από εκεί πήγατε κάπου αλλού και γίνατε λιώμα. Η σπιτονοικοκυρά σου μου είπε πως σ’ έφεραν στο σπίτι γύρω στις 6 το πρωί σε κακά χάλια!

- Υπερβολές...

- Τι θα γίνει με σένα επιτέλους;

- Αμάν πια βρε Έλενα. Αμάν μ’ αυτή τη γεροντοκορίστικη νοοτροπία σου.

- Γεροντοκορίστικη, ε;

- Μάλιστα. Νέοι άνθρωποι είμαστε. Βγήκαμε να διασκεδάσουμε. Κι αν το παρακάναμε δεν τρέχει και τίποτα. Έλενα πότε θα καταλάβεις ότι η ζωή δεν είναι μόνον βιβλία και σοφία. Ότι οι άνθρωποι χρειάζεται να ζουν κιόλας στην πραγματική ζωή. Ότι έχουν πάθη και αυτό δεν είναι κακό.

- Υποτίθεται ότι προετοιμάζεσαι για επιστήμονας όχι για αλήτης.

- Υποτίθεται ότι είμαι νέος. Θέλω να ζήσω. Θέλω να περάσω τα όρια. Η μόνη εποχή που μπορεί να τα κάνει αυτό ο άνθρωπος είναι η εποχή της νεότητας. Δεν υπάρχει χρόνος για αναβολές. Δεν θα συνειδητοποιήσεις πότε θα περάσουν τα χρόνια Έλενα. Κάποια στιγμή θα ξυπνήσεις, θα κοιταχτείς στον καθρέφτη και θα δεις το βαθιά αυλακωμένο, κάποτε πανέμορφο και αψεγάδιαστο πρόσωπό σου να σε αντικρίζει. Τότε θα είναι αργά Έλενα. Πριν το καταλάβεις θα έχεις μετατραπεί σ’ ένα μίζερο χούφταλο που θα σέρνεται από τον καναπέ στο κρεβάτι, ανήμπορο να ορθώσει το κορμί του. Ακόμη χειρότερα, δεν θα καταλάβεις πότε θα μεταβληθείς σ’ έναν άθλιο σωρό κόκαλα, απελπιστικά άψυχο. Χωρίς προσωπικότητα, χωρίς συνείδηση, χωρίς αισθήματα. Τι θα έχεις κερδίσει τότε, Έλενα, από την αθεράπευτη σοβαρότητά σου; Από την άρτια επιστημοσύνη σου;

Είχα ξεσπαθώσει. Κατάλαβα πως ήμουν πολύ σκληρός και μαλάκωσα.

- Μην αφήνεις αυτό το δώρο της ζωής, να πάει χαμένο κορίτσι μου.

- Δεν σε κατακρίνω για τα πάθη σου. Δε σε αδικώ για τη νεανική σου διάθεση. Απλά φοβάμαι για σένα, Ιάσονα. Έμπλεξες με αυτούς τους καλοαναθρεμμένους αλήτες, τους απόλυτους μηδενιστές, και συμπεριφέρεσαι με χυδαία επιπολαιότητα. Θα έλεγα με αυτοκαταστροφική αλαζονεία.

- Κι εσύ; Εσύ στο άλλο άκρο. Κλεισμένη στον αποστειρωμένο επιστημονικό κόσμο σου, δεν έχεις ιδέα τι θα πει να ζεις με πάθος. Εσύ συμπεριφέρεσαι με εγκληματική αγνωμοσύνη προς τη ζωή. Το μόνο που σ’ ενδιαφέρει είναι η εκτίμηση του αλλόκοτου καθηγητή Σωτηρίου...

- Σε παρακαλώ μη μιλάς έτσι για τον κύριο καθηγητή.

- Ώστε είσαι ερωτευμένη μαζί του...

- Μα τι είναι αυτά που λες;

- Δεν το λέω μόνον εγώ. Όλη η Σχολή το λέει. Και δεν έχουν άδικο. Αρκεί να δει κανείς τον θαυμασμό που λάμπει στα μάτια σου όταν τον βλέπεις. Την προσήλωση του βλέμματος σου στα χείλη του όταν παραδίδει στην έδρα...

Την είδα να κοκκινίζει, όχι όμως από συστολή, αλλά από άγριο θυμό. Ετοιμάστηκα για τη θύελλα που θα ξεσπούσε. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου απέτρεψε τα χειρότερα, όπως το τέλος μιας ρομαντικής φιλίας και το θρυμμάτισμα ενός αφανέρωτου έρωτα.

Σκεφτόμουν όλη την ανάρμοστη και αγενή συμπεριφορά μου προς την φίλη μου. Δεν πρόσεξα καθόλου τη συνομιλία της. Όταν κατέβασε το ακουστικό ήταν χλωμή και ανήσυχη...

-  Τι συμβαίνει γλυκιά μου; Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;

-  Η γυναίκα του κυρίου Σωτηρίου.

- Μα νόμιζα ότι έχει χωρίσει...

- Ναι, εννοώ την πρώην σύζυγό του.

- Και λοιπόν;

- Έχει 5 ημέρες να δώσει σημεία ζωής. Ούτε εμφανίστηκε ούτε τηλεφώνησε.

- Μα δεν έχει έρθει και στο γραφείο έτσι;

- Όχι. Ιάσονα ανησυχώ...Τι να του συνέβη;

- Μην ανησυχείς, κλεισμένος σε κανένα εργαστήριο θα είναι πάλι και θα κάνει πειράματα. Έτσι δεν έκανε και τις προάλλες;

- Ναι αλλά τότε είχε ειδοποιήσει. Ξέραμε που βρίσκεται...

- Ε, φαίνεται ότι η κατάστασή του έχει σοβαρέψει...

Το βλέμμα της μου έκοψε κάθε διάθεση για χιούμορ.

- Ιάσονα, έχεις παράδοση τώρα;

- Μπα, έχασα τις δυο πρώτες ώρες. Δεν θα πάω καθόλου. Μετά δεν έχω τίποτα. Γιατί ρωτάς;

- Θέλω να έρθεις μαζί μου. Μπορείς;

Έδειχνε πραγματικά φοβισμένη. Άρχισα να υποψιάζομαι ότι ήξερε κάτι περισσότερο απ’ όσα έλεγε στη πρώην σύζυγο του καθηγητή και σε μένα. Ασφαλώς δέχτηκα με προθυμία να τη συνοδεύσω. Ποτέ δεν θα είχα αρνηθεί μια τέτοια πρόταση. Αλλά τώρα ήταν και κάτι διαφορετικό. Η ανησυχία της μου είχε προκαλέσει και μένα ταραχή. Κάτι σοβαρό συνέβαινε. Κάτι για το οποίο η Έλενα είχε βάσιμους φόβους.

Βγήκαμε σχεδόν τρέχοντας από το κτίριο. Εκείνη σα τυφώνας πέρασε ανάμεσα από τον θαυμασμό και την αμήχανη έκπληξη των φοιτητών και βγήκε στο δρόμο. Εγώ προσπαθούσα να την προλάβω. Έφερα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τη μηχανή κι εκείνη ανέβηκε.

- Πού πάμε;

Μου είπε βιαστικά μια διεύθυνση, την οποία φυσικά δεν γνώριζα και ανέλαβε να με καθοδηγήσει. Κινούμασταν υπερβολικά γρήγορα μέσα στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας, και όμως εκείνη για πρώτη φορά δεν έβγαλε έναν ψίθυρο διαμαρτυρίας. Σύντομα βγήκαμε στη Συγγρού και κατεβήκαμε προς την παραλιακή. Τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα τώρα και ήταν εντελώς αδύνατο να τη ρωτήσω για όλα όσα ήθελα.

Κατευθυνθήκαμε προς το Καβούρι και ο φόβος κάποιου μπλόκου της τροχαίας με ανάγκασε να κόψω ταχύτητα. Μου φάνηκε πως δυσανασχέτησε με αυτή την  επιλογή μου. Δεν αναγνώριζα πια τη φίλη μου. Δεν την είχα δει ποτέ τόσο ανήσυχη.

Τώρα, κινούμενος με μικρότερη ταχύτητα, μπορούσα να τη ρωτήσω κάποια πράγματα.

- Τι συμβαίνει Έλενα; Θα μου πεις επιτέλους περί τίνος πρόκειται;

- Νομίζω πως ο Σωτηρίου κινδυνεύει, απάντησε σιβυλλικά.

- Μα γιατί; Από τι;

- Μη ρωτάς Ιάσονα, μόνο βιάσου.

Άνοιξα το γκάζι και η γυαλιστερή κόκκινη Hayabusha άφησε και τα 1300 κυβικά της να χυθούν στην άσφαλτο όπως ξεχύνεται ένα άγριο ζώο έξω από το κλουβί της αιχμαλωσίας. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω εκείνη μου υπέδειξε να στρίψω σε μια σχεδόν αόρατη στροφή. Βρεθήκαμε σε ένα μικρό στενάκι που έδειχνε αδιέξοδο. Όταν φτάσαμε στον τοίχο που όριζε το τέρμα του δρόμου σταμάτησα. Εκείνη γρήγορα κατέβηκε και βιαστικά έγειρα τη βαριά μηχανή στο πλάι για να την ακουμπήσω στο stand.

Όσο να κατέβω εκείνη έτρεξε μόνη κάμποσα μέτρα μπροστά. Κούνησα το κεφάλι με απόγνωση και έτρεξα πίσω της. Προς στιγμήν χάθηκε απ΄ το οπτικό μου πεδίο, αλλά διέκρινα τη φιγούρα της περνώντας μπροστά από το άνοιγμα μιας τσιμεντένιας μάντρας. Μπήκα γρήγορα από το άνοιγμα. Η Έλενα είχε κοκαλώσει έξω από μια θεόκλειστη σιδερένια εξώπορτα. Κοιτούσε με πρόδηλο φόβο αυτή την πόρτα και δεν έκανε καμιά κίνηση να προχωρήσει.

-  Τι είναι εδώ, καλή μου;

- Το μυστικό εργαστήριο του καθηγητή...

-  Μυστικό εργαστήριο;

Μα τι στο διάολο ήταν αυτός ο Σωτηρίου για να έχει μυστικό εργαστήριο. Το μυαλό μου άρχισε να φτιάχνει στιγμιαία ευφάνταστες εκδοχές για την ιδιότητά του μυστηριώδους καθηγητή. Όλοι στη Σχολή τον αποκαλούσαν ιδιόρρυθμο, μυστήριο, αλλόκοτο. Μιλούσε σπάνια, εκτός από τις προγραμματισμένες διαλέξεις του στην αίθουσα. Εδώ που τα λέμε, εγώ τουλάχιστον, δεν έτυχε ποτέ να τον ακούσω να μιλάει έξω από το αμφιθέατρο.

Η ηλικία του ήταν ακαθόριστη. Το παρουσιαστικό του ταίριαζε σ’ έναν ώριμο άνδρα, περίπου 50 χρονών, παρ’ όλ’ αυτά η όλη του εμφάνιση και η αστείρευτη ενέργειά του τον έκανε να μη φαίνεται περισσότερο από 40. Ασφαλώς όλοι υποθέταμε και από την ακαδημαϊκή του καριέρα, που δεν ταίριαζε σε κάποιον νεαρό άνδρα, ότι επρόκειτο απλώς για άλλον έναν ώριμο τύπο που ο χρόνος του έχει φερθεί πολύ ευγενικά.

Αυτό που συγκλόνιζε πάνω του ήταν το βαθύ, διεισδυτικό κι ωστόσο απόμακρο βλέμμα του. Μ’ εκείνα τα κατάμαυρα στενά μάτια που έδειχναν να προέρχονται από, αλλά και να βρίσκονται σε άλλον κόσμο. Τα μαλλιά του ήταν καστανά και γκριζαρισμένα στους κροτάφους, αλλά πλούσια και υγιή κι έπεφταν ατημέλητα πάντα στους ώμους του. Μάλλον μετρίου αναστήματος και υπερβολικά αδύνατος κι όμως έδειχνε παραδόξως ένας γερός και γυμνασμένος άνδρας. Το παρουσιαστικό του με λίγα λόγια ήταν εντελώς αλλόκοτο. Τέτοιο  που θα ήταν αδύνατον να το περιγράψει κάποιος που τον έχει συναντήσει μόνον μια φορά.

Η Έλενα στέκονταν αποσβολωμένη έξω από την πόρτα του ‘μυστικού εργαστηρίου’.

- Μα τι διάολο περιμένεις; Τη ρώτησα

Χτύπησα το κουδούνι. Καμιά απάντηση... Κοίταξα τριγύρω. Ένα παράθυρο με μισόκλειστα παντζούρια. Παλιά ξύλινα παραθυρόφυλλα, μισάνοιχτα, εντελώς εκτεθειμένα στις διαθέσεις κάθε περαστικού. Έβαλα το χέρι μου στο άνοιγμα των δυο παραθυρόφυλλων. Ανέβασα το σύρτη. Το παράθυρο άνοιξε διάπλατα.

Σκαρφάλωσα στο χαμηλό περβάζι. Πήδηξα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και κατευθύνθηκα προς το φως που έμπαινε από τη τζαμαρία της πόρτας. Την άνοιξα. Δεν ήταν καν κλειδωμένη. Η Έλενα είχε συνέλθει. Όρμησε μέσα. Με έσπρωξε και πέρασε. Βρήκα τον ηλεκτρικό διακόπτη δίπλα στην κάσα της πόρτας. Μια ισχυρή λάμπα άναψε και φώτισε τον χώρο. Όμως για μένα το μυστήριο έγινε πιο σκοτεινό.

Διασκορπισμένα παντού όργανα χημικών πειραμάτων. Δοκιμαστικοί σωλήνες. Φιάλες με περίεργα υγρά. Χαρτιά με σημειωμένες χημικές εξισώσεις και τύπους. Η ακαταστασία θριάμβευε στον χώρο του μυστικού εργαστηρίου του καθηγητή.

Στράφηκα προς τη φίλη μου...

- Έλενα τι συμβαίνει;

- Θεέ μου, δεν είναι ούτε εδώ;

- Δε νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να μου εξηγήσεις;

- Ναι...νομίζω πως καλύτερα να στα πω όλα...Ο καθηγητής Φάνης Σωτηρίου εργαζόταν σε ένα πολύ προχωρημένο όσο και αμφισβητήσιμο σχέδιο.

- Δηλαδή;

- Θυμάσαι την ιστορία με τα βλαστοκύτταρα;

- Μη μου πεις...

- Όχι ακριβώς. Ο Σωτηρίου ασχολείται με αυτή την υπόθεση εδώ και είκοσι χρόνια. Ανήκει στην αρχική ομάδα των βιολόγων που ξεκίνησαν αυτή την έρευνα. Μην απορείς. Ένας αριθμός νέων τότε βιολόγων απ’ όλο τον κόσμο με κοινές πεποιθήσεις δημιούργησε μια ομάδα. Κάτι σαν μυστική λέσχη πεφωτισμένων. Ασχολούνταν με πειράματα και έρευνες πάνω στη δυνατότητα της κατάκτησης της ανθρώπινης αθανασίας. Τα βλαστοκύτταρα ήταν μόνον η αφετηρία. Η έρευνα προχώρησε πολύ περισσότερο...Ω, μα σε παρακαλώ, ας φύγουμε από ‘δω. Πήγαινε με κάπου ήσυχα να τα πούμε. Ίσως με βοηθήσεις με την πρακτική σου σκέψη να βγάλω μια άκρη για το που μπορεί να εξαφανίστηκε ο Σωτηρίου.

Ανεβήκαμε στη μηχανή. Η Έλενα ήταν αμίλητη, βυθισμένη στις σκέψεις της. Πήρα εγώ την πρωτοβουλία και κατευθύνθηκα προς ένα παραλιακό καφέ που ήξερα, ιδιαίτερα ρομαντικό και προπάντων ήσυχο.

Καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην τζαμαρία. Ήταν  Μάρτιος. Ο χειμώνας υποχωρούσε αφήνοντας όμως με δυσθυμία τη μουντή διάθεσή του σ’ έναν πολλά υποσχόμενο, αλλά ακόμη αδύναμο ήλιο. Έξω το κρύο ήταν αισθητό.

Παράγγειλα ένα ουίσκι για μένα και μιας κι εκείνη δεν μιλούσε άλλο ένα γι’ αυτήν.

koitaxa_th_thalassaΚοίταζα έξω την θάλασσα. Τα κύματα σπρωγμένα από έναν ελαφρύ αλλά όχι ανεπαίσθητο άνεμο έσκαγαν στην τσιμεντωμένη άκρη της ακτής. Τα ποτά ήρθαν άμεσα. Στράφηκα προς την χαμένη στις σκέψεις φίλη μου. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που θα ήθελα να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, να τη φιλήσω παθητικά και να της πω ‘Σ’ αγαπώ’ κι ωστόσο ήξερα πως αυτή ήταν η πιο ακατάλληλη στιγμή.

- Λοιπόν Έλενα; Μου χρωστάς μια εξήγηση...

- Ο καθηγητής, συνέχισε εκείνη σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα, από τη στιγμή που διέκοψε την διήγησή της, ανακάλυψε μια μέθοδο δια της οποίας θα μπορούσε να αντικαταστήσει τα νεκρά κύτταρα ενός οργανισμού με άλλα καινούργια. Δεν γνωρίζω ακριβώς λεπτομέρειες. Ξέρω πως τα νέα αυτά κύτταρα θα τα έπαιρνε από υγιείς ανθρώπινους ιστούς, που θα καλλιεργούσε σε ειδικά διαμορφωμένα 'θερμοκήπια'.

- Θερμοκήπια ανθρώπων; Ω θεέ μου...

- Δεν έχει καμιά δουλειά ο θεός σε αυτό. Μιλάμε για καθαρή επιστήμη. Και μη το παρουσιάζεις σαν να πρόκειται για τον Φρανκενστάιν... Προς το παρόν πειραματίζονταν με ζώα. Το σχέδιο φυσικά ήταν άκρως απόρρητο. Κι εγώ δεν γνωρίζω παρά ελάχιστα πράγματα. Εντελώς θεωρητικά. Ο Σωτηρίου όμως δούλευε πολλά χρόνια πάνω σ’ αυτό. Το εργαστήριο που είδες, το έχω επισκεφθεί μόλις δυο φορές. Ξέρω όμως πως εκεί γίνονταν η βασική του έρευνα. Τα αποτελέσματα των ερευνών του τα έστελνε μέσω  e-mail στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Κι αυτοί αφού τα επεξεργάζονταν του έστελναν απαντήσεις καθώς και αποτελέσματα από τις δικές τους έρευνες. Εμένα μου είχε ζητήσει να μη διαβάζω αυτά τα mails. Φυσικά δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό. Όμως όλα ήταν κωδικοποιημένα. Κρυπτογραφημένα με έναν κώδικα που δεν μπόρεσα ποτέ να σπάσω. Μόνον από κάποιους χημικούς τύπους και από την οξυδέρκειά μου μπόρεσα να καταλάβω όσα σου λέω τώρα. Δεν ξέρω πόσο μακριά είχαν φτάσει. Όμως την τελευταία εβδομάδα ο καθηγητής βρισκόταν σε μια πρωτοφανή έξαψη. Ποτέ δεν τον είδα περισσότερο αινιγματικό και αφηρημένο. Το βλέμμα του χαμένο στις σκέψεις. Ήταν φανερό ότι είχε πλησιάσει πολύ κοντά σε κάτι σπουδαίο. Τη περασμένη Τετάρτη τον ρώτησα τι συμβαίνει...Εκείνος με αγκάλιασε, πρώτη φορά στα τρία χρόνια που είμαι βοηθός του, με φίλησε στον λαιμό και μου είπε ‘Έλενα έχε υπομονή...Σου ορκίζομαι ότι δεν θα πεθάνεις ποτέ!’. Ύστερα χάθηκε πάλι μέσα στο γραφείο του. Βγήκε μετά από τρεις ώρες και μου ζήτησε να συντάξω ένα έντυπο αίτησης τριήμερης άδειας από το Πανεπιστήμιο. Θα ξαναέρχονταν στη Σχολή σήμερα Δευτέρα. Δεν φάνηκε ποτέ...

Διέκρινα την απόγνωση στα μάτια της καθώς αποτελείωνα την τελευταία γουλιά από το ουίσκι μου. Εκείνη ούτε που το είχε αγγίξει.

-  Σε όλο αυτό το σχέδιο...ήταν ο μόνος Έλληνας;

- Που να ξέρω...τι σημασία έχει;

- Μα δεν καταλαβαίνεις; Αν δεν ήταν μόνος του, ίσως μπορούμε να βρούμε κάποιον συνεργάτη. Και ίσως μάθουμε απ’ αυτόν κάτι περισσότερο...Εννοώ για το που μπορεί να βρίσκεται ο μυστήριος καθηγητής Σωτηρίου.

- Έχεις δίκιο Ιάσονα. Πρέπει να πάμε πίσω στο γραφείο του. Να ψάξουμε...Πάμε...

Μετάνιωσα εκείνη τη στιγμή που άνοιξα το στόμα μου. Αλλά δεν ήξερα ότι θα μετάνιωνα γι’ αυτό το λάθος σε όλη μου τη ζωή. Στο μυαλό  μου στριφογύριζε η εικόνα του γοητευτικού καθηγητή με τα όμορφα λεπτά του χείλη κολλημένα στον λαιμό της αγαπημένης μου Έλενας. Ήταν προφανές ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του έστω και μ’ ένα λανθάνοντα έρωτα. Δεν είχα ζηλέψει πιο πολύ στη ζωή μου. Φώναξα τον σερβιτόρο και πλήρωσα για τα ποτά ρουφώντας με βουλιμία το ουίσκι από το άθικτο ποτήρι της Έλενας που ήδη είχε βγει από το μαγαζί και περίμενε δίπλα στη μηχανή. Δεν έδωσα καμιά σημασία για τα ρέστα. Βγήκα γρήγορα και μάλλον φανερά εκνευρισμένος. Ανέβηκα στη μηχανή κι έβαλα μπροστά. Σε λίγο καταπίναμε και πάλι τα χιλιόμετρα της παραλιακής ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Όταν φτάσαμε στο Πανεπιστήμιο είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Το κρύο είχε γίνει πιο αισθητό πλέον και η  απουσία του προστατευτικού κράνους από τα κεφάλια μας είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.

‘Εισβάλαμε’ στα γραφεία των καθηγητών της Σχολής με μια πρωτοφανή αυθάδεια, τουλάχιστον για εκείνη. Το γραφείο του Σωτηρίου ήταν στην άκρη του διαδρόμου. Μπήκαμε μέσα. Εκείνη έπεσε πάνω στο PC και περίμενε με ανυπομονησία να φορτώσει τα προγράμματά του ενώ εγώ άρχιζα να σκαλίζω τα ράφια της πλούσιας βιβλιοθήκης του καθηγητή. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι η πλειονότητα των βιβλίων που απασχολούσε τον θετικό αυτό επιστήμονα δεν ήταν επιστημονικής φύσης. Πανάρχαια και δυσεύρετα έργα αλχημιστών, φιλοσοφικές πραγματείες περί του θανάτου και της αειζωείας,  ποιητικές συλλογές περίεργων ή καταραμένων συγγραφέων, και γενικώς έργα που ήκιστα θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει ως επιστημονική βιβλιογραφία συσσωρεύονταν στα ράφια της βιβλιοθήκης του.

Είχα μείνει έκπληκτος για το πώς ένας ρεαλιστής θετικός επιστήμων μπορούσε να είναι θιασώτης τόσο παράλογων, ουτοπικών θεωριών. Ήταν ολοφάνερο, από τον πλούτο της βιβλιογραφίας, ότι δεν επρόκειτο για απλό φιλολογικό ενδιαφέρον. Ανοίγοντας ένα κρυμμένο ερμάριο της βιβλιοθήκης η έκπληξη μου έφτασε στο απόγειο. Πίσω από ένα καλυμμένο πορτάκι στο κλασσικό έπιπλο κρύβονταν ένα μυστικό συρτάρι. Μέσα βρήκα ένα σωρό τετράδια και σημειωματάρια. Όλα περιείχαν δυσανάγνωστους τύπους χημικών ενώσεων και επισημάνσεις σε μια περίεργη κρυπτογραφημένη γλώσσα. Διάβασα την ημερομηνία σε ένα φύλλο. 12 Δεκεμβρίου 1987. Ώστε πράγματι, ασχολείται με αυτή την έρευνα πάνω από 20 χρόνια σκέφτηκα.  Η φωνή της Έλενας με έβγαλε από τους συλλογισμούς μου.

- Έλα να δεις, είπε.

-  Τι; Βρήκες τίποτα;

-  Σχεδόν όλα τα mails του είναι προς ξένους επιστήμονες. Υπάρχει όμως μια ‘επαφή’ που μου κίνησε την περιέργεια επειδή προς αυτόν απευθύνονται τα περισσότερα mails. Άνοιξα λοιπόν, το βιβλίο των διευθύνσεων στο outlook...Δεν έχει το πραγματικό του όνομα. Γράφει μόνον ‘Χ.Α. ΕΚΠΑ ‘

-  Ποιος μπορεί να είναι;

- Σκέψου Ιάσονα. ‘Χ.Α.’, ‘ΕΚΠΑ’, δηλαδή πανεπιστήμιο Αθηνών. Προφανώς ένας συνάδελφος καθηγητής του Σωτηρίου, ο οποίος ανήκει στη μυστική ομάδα.

- Ναι, αλλά ποιος;

- Ο Αμάραντος...

- Δεν είναι δυνατόν...

Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στον μόνον Αμάραντο που γνώριζα. Καθηγητής Βιολογίας στη σχολή μας ο Χαρίδημος Αμάραντος ήταν το ακριβώς αντίθετο του Σωτηρίου. Νεανίζων και μοντέρνος. Πρώτος στα φοιτητικά πάρτι και στα φλερτ των νεαρών φοιτητριών. Ο τύπος ακριβώς του καθηγητή που έδειχνε ότι με μέσον κατείχε τη θέση του.

- Νομίζεις ότι πρόκειται για τον Χάρη; Ρώτησα την Έλενα.

- Αν δεν πρόκειται για τον Χαρίδημο Αμάραντο, καθηγητή Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη πιθανότερη σύνδεση...

- Πάμε, της είπα

- Πού;

Έβγαινα ήδη από το γραφείο και η Έλενα έτρεχε από πίσω μου. Τώρα είχα εγώ την πρωτοβουλία των κινήσεων. Για πρώτη και μοναδική φορά οι όροι είχαν αντιστραφεί.

Γνώριζα το σπίτι του Αμάραντου πολύ καλά. Δεν ήταν μια ή δυο οι φορές που τον είχα οδηγήσει στο σπίτι του τύφλα στο μεθύσι. Ο Αμάραντος ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που ενώ έχουν αρχίσει να βαραίνουν τα χρόνια στην πλάτη τους, αυτοί επιμένουν να το παίζουν νέοι. Το παρουσιαστικό του ασφαλώς δεν αποκάλυπτε την πραγματική του ηλικία. Πράγματι, εκτός από δυο βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο, τις οποίες εκείνος επέμενε να χαρακτηρίζει ρυτίδες έκφρασης, και λίγα ζαρώματα στον λαιμό τίποτα άλλο δεν πρόδιδε την προχωρημένη ηλικία του καθηγητή. Εκτός φυσικά από τα μάτια. Αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να τον κοιτάξει βαθιά εκεί μέσα, καταλάβαινε το αναντίστοιχο της εξωτερικής του εμφάνισης με την ηλικία του. Τα μάτια του αντανακλούσαν μια σοκαριστικά βαθιά ηλικιακή παρακμή, μια κόπωση αποτυπωμένη στις κόρες σαν θολούρα, που μόνον σε ηλικιωμένους ανθρώπους μπορεί κανείς να παρατηρήσει. Μα ποιος και ποια θα κάθονταν να κάνουν μια τέτοια, εκτενή ανάλυση στο βλέμμα του καθηγητή Αμάραντου. Προείχε η ζωντανή, εύθυμη διάθεσή του. Η χιουμοριστική του συμπεριφορά. Και φυσικά η εξωτερική του εμφάνιση, που θύμιζε περισσότερο τολμηρό Καζανόβα παρά σοβαρό καθηγητή του Πανεπιστημίου.

Είχε αρχίσει πλέον να βρέχει δυνατά. Οι σταγόνες της βροχής έμπαιναν σαν καρφιά στα απροστάτευτα μάτια μου.  Όμως τώρα τίποτε δεν θα με σταματούσε από την ανακάλυψη της αλήθειας. Οδηγούσα σα μανιακός προς τον προορισμό μου.

Κηφισιά. Στο σπίτι του Αμάραντου. Πίσω μου η Έλενα είχε γραπωθεί γερά από τη μέση μου και ακουμπούσε το τρυφερό της στήθος στην πλάτη μου.

Σταμάτησα έξω από την αυλόπορτα της βίλας του. Κατεβήκαμε γρήγορα και χτύπησα το κουδούνι πάλι και πάλι με αγενή ανυπομονησία. Η βροχή είχε δυναμώσει και τα μακριά μαλλιά μου έπεφταν βαριά στους ώμους. Παρατήρησα ότι το ίδιο συνέβαινε και στην Έλενα. Ήμασταν μούσκεμα, όμως το βλέμμα μας πυρακτωνόταν από τη φλόγα της αναζήτησης της αλήθειας. Σ’ ένα μυστήριο που ξαφνικά, υποσυνείδητα είχε αποκτήσει διαστάσεις υπαρξιακής αναγκαιότητας. Έπρεπε να βρούμε την απάντηση. Όχι για τον Σωτηρίου ή για τον Αμάραντο. Όχι για την επιστήμη ή την έρευνα. Η δική μας αγωνία ζητούσε τώρα απάντηση. Η αγωνία για τη δική μας επιβίωση. Για τη δική μας διαιώνιση.

Μετά από τόση επιμονή δικαιωθήκαμε. Ένα φως άναψε στο βάθος του πολυτελούς κήπου του καθηγητή. Ο αλλοδαπός υπηρέτης πλησίασε. Είχε ρίξει πρόχειρα μια καμπαρτίνα πάνω στους ώμους του.

- Τι θέλετε, ψέλλισε

- Που είναι ο καθηγητής; Ο Αμάραντος; Δεν του άφησα περιθώριο για συζήτηση.

- Περιμένετε....

Se_ligo_epesterpseΣε λίγο επέστρεψε και άνοιξε τη βαριά αυλόπορτα. Μας οδήγησε μέσα από ένα πλακόστρωτο μονοπάτι του κατάφυτου κήπου. Μέσα από συστοιχίες φροντισμένων τριανταφυλλιών και άλλων καλλωπιστικών φυτών μας έφερε μπροστά στο πολυτελές κτίριο που αποτελούσε την οικία του καθηγητή.Πίσω από την μεγαλοπρεπή θύρα του σπιτιού περίμενε εκείνος αναστατωμένος. Ντυμένος με τις πιτζάμες και τη ρόμπα του έδειχνε πολύ λιγότερο νέος απ’ όσο ήθελε να περνάει στα φοιτητικά πάρτι που πάντα τιμούσε με την παρουσία του.

- Τι τρέχει αγαπητά μου παιδιά; Ρώτησε με προσποιητή ηρεμία.

- Ήρθαμε για τον Σωτηρίου, του είπα στα γρήγορα.

- Δεν καταλαβαίνω...

Η Έλενα που μέχρι τότε έδειχνε να κινείται εκτός πραγματικότητας βγήκε από τη σφαίρα της ονειροπόλησης. Προχώρησε μπροστά, σπρώχνοντάς με βιαία και άρπαξε τον Αμάραντο από το πέτο της μεταξωτής ρόμπας του.

- Μην κάνεις τον βλάκα, του είπε η Έλενα. Σου μιλάει για τον Φάνη Σωτηρίου. Έχει να δώσει σημεία ζωής από την Τετάρτη που έφυγε από τη σχολή. Ξέρουμε ότι εργαζόσασταν μαζί...

- Α, μάλιστα ξέρετε...Τι ξέρετε λοιπόν, ανόητοι;...

- Δεν ξέρουμε τίποτα, επενέβην εσπευσμένα. Δεν ξέρουμε τίποτα για τις έρευνες σας. Μόνον ότι ο καθηγητής έχει εξαφανιστεί. Δεν έχει επικοινωνήσει εδώ και 5 μέρες με την πρώην σύζυγό του, ούτε με τη βοηθό του στο Πανεπιστήμιο, έδειξα διακριτικά την Έλενα.  Σε παρακαλώ...Βοήθησέ μας...

Γύρισε την πλάτη και έφερε το χέρι του στο σαγόνι σκεπτικός.

- 5 ημέρες ε;

- Από την Τετάρτη το απόγευμα, πετάχτηκε η Έλενα.

- Ελπίζω να μην το έκανε...περισσότερο μονολογούσε παρά απευθυνόταν σε μας.

- Να μην έκανε τι; Ρώτησα απελπισμένος.

- Περιμένετε εδώ. Δε θα κάνω ούτε πέντε λεπτά...

Εξαφανίστηκε ανεβαίνοντας γρήγορα την τεράστια εσωτερική σκάλα. Έμεινα να κοιτάζω έκπληκτος. Το πολυτελές σαλόνι της βίλας του καθηγητή έμοιαζε τόσο ψυχρό και απόκοσμο που μου προκαλούσε ρίγος. Η Έλενα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο μου. Αυτό με έβγαλε από τον ‘αυτισμό’ μου. Γύρισα προς το μέρος της...

- Φοβάμαι, Ιάσονα...

- Αγάπη μου είμαι δίπλά σου, ούτε που κατάλαβα πως ξεστόμισα μια τέτοια προσφώνηση.

Εκείνη δεν ταράχτηκε. Δεν απόρησε. Με αγκάλιασε με τρυφερότητα και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της. Αισθάνθηκα προς στιγμήν σαν τον υπερήρωα ενός φανταστικού κόμικ που ενεργοποιεί τις υπερφυσικές δυνάμεις του για να προστατεύσει το κορίτσι με το οποίο είναι ερωτευμένος. Πόσο βαθιά νυχτωμένος ήμουν...

Δεν πέρασαν τα πέντε λεπτά και ο Αμάραντος φάνηκε στη σκάλα, κατεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλοπάτια.

- Πάμε, πρόσταξε και όρμησε στην εξώπορτα.

Πριν προλάβουμε καλά-καλά να βγούμε η εντυπωσιακή BMW M5 του Αμάραντου εμφανίστηκε από το βάθος του κήπου. Άνοιξα την πόρτα και σχεδόν ανάγκασα την Έλενα να μπει. Η καημένη τα είχε ολότελα χαμένα ενώ εγώ παρασυρμένος από έναν παράλογο, υποσυνείδητο ενθουσιασμό, νόμιζα ότι ενσάρκωνα κάποιον πρωταγωνιστή σε μια ταινία μυστηρίου. Κάθισα στο πίσω κάθισμα δίπλα της, έκλεισα με ορμή την πόρτα και την πήρα στην αγκαλιά μου. Εκείνη αφέθηκε σαν έτοιμη από καιρό. Κούρνιασε στον κόρφο μου.

to_entypwsiako_autokinhtoΤο εντυπωσιακό αυτοκίνητο του καθηγητή Αμάραντου μούγκριζε καθώς εκείνος έσπαγε τις ταχύτητες στο έρημο, υγρό οδόστρωμα της Κηφισίας. Σύντομα βγήκαμε στην Εθνική Οδό και τα 500 άλογά του δε δυσκολεύτηκαν να προσεγγίσουν την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 220 χιλιομέτρων. Ένοιωθα την Έλενα να σφίγγεται στην αγκαλιά μου. Ήμουν σίγουρος ότι εκείνη τη μοναδική στιγμή είχε χάσει κάθε αίσθημα υπεροχής και κυριαρχίας. Φοβόταν. Τόσο από την τρομακτική ταχύτητα του σπορ αυτοκινήτου, όσο και απ’ αυτό που διαισθάνονταν ότι θα αντίκριζε στο τέλος της διαδρομής μας. Αποφάσισα να σπάσω τη σιωπή.

- Χάρη, πρέπει να μας εξηγήσεις τι συμβαίνει. Πού πάμε;’

- Άκουσε, Ιάσονα. Είναι μια ιστορία στην οποία δεν έπρεπε να εμπλακείτε... Έκανε μια μικρή παύση. Από την άλλη, ίσως να γίνετε η αιτία να σωθεί η ζωή ενός ανθρώπου. Αν προλάβουμε δηλαδή.

- Έπρεπε ή όχι, τώρα πια είμαστε για τα καλά χωμένοι σ’ αυτή την ιστορία. Άλλωστε αν ήθελες να συνεχίσεις να μας κρύβεις την αλήθεια γιατί μας πήρες μαζί σου;

- Για δυο λόγους: Πρώτον αν έφευγα μόνος δεν ήξερα που θα απευθυνόσασταν. Στον Πρύτανη, στην πρώην σύζυγο του Σωτηρίου, στην αστυνομία. Θα βάζατε τα πάντα σε κίνδυνο. Την κοπιαστική εργασία σχεδόν εικοσιπέντε χρόνων...

- Και ο δεύτερος λόγος;

- Ο δεύτερος λόγος είναι πιο σοβαρός...Δεν ξέρω αν μπορώ να αντικρίσω μόνος μου αυτό που μας περιμένει...

Το ύφος του ήταν τόσο ανησυχαστικό που έκανε το αίμα να παγώσει στις φλέβες μου. Κοίταξα την Έλενα και πάλι τον καθηγητή...Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη.

-  Μια ομάδα βιολόγων, συνέχισε ο Αμάραντος, αποφάσισε πριν πολλά χρόνια να αγνοήσει τις απαγορεύσεις στην έρευνα των βλαστοκυττάρων. Τότε ο συντηρητισμός της κοινωνίας και η λυσσαλέα πολεμική της εκκλησίας επεχείρησε να κλείσει την πόρτα στο μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρώπινης επιστήμης. Φυσικά ο στόχος μας δεν ήταν απλά η αντικατάσταση κατεστραμμένων ή άρρωστων κυττάρων με άλλα υγιή.

- Αλλά;

- Αυτό ήταν μόνον η αρχή. Ο τελικός στόχος ήταν η κατασκευή νέων ανθεκτικών κυττάρων, αντίγραφα των αρχικών κάθε ανθρώπου, χωρίς όμως να υπόκεινται στη διαδικασία του εκφυλισμού. Νέα, αθάνατα κύτταρα! Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, αλλά η κοινή προσπάθεια και οι ακάματες έρευνες πολλών επιστημόνων σε όλο τον κόσμο μας οδήγησαν πολύ κοντά στην επίτευξη του στόχου. Πριν περίπου ένα μήνα ο Σωτηρίου πήρε ένα mail από κάποιον Άγγλο συνάδελφο το οποίο θεωρήσαμε ως το κλειδί για την επιτυχία. Εργαζόμασταν πολλές ώρες με τον Φάνη πότε στο εργαστήριό του, στο Καβούρι...

Με κοίταξε από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, φοβούμενος ότι του ξέφυγε κάτι που δεν έπρεπε να μάθουμε, κούνησα καθησυχαστικά το κεφάλι δίνοντας του να καταλάβει ότι ήδη γνωρίζαμε γι’ αυτό.

- ...πότε, συνέχισε, στο δικό μου. Εκεί που πάμε τώρα. Καταλήξαμε στην παρασκευή ενός ‘ελιξιρίου’ αποτελούμενο από αιμοποιητικά ή μεσεγχυματικά βλασικά κύτταρα, ανάλογα με την περίπτωση, που θα μπορούσε να χορηγηθεί με μια σύριγγα απευθείας πάνω στο προβληματικό όργανο. Κάναμε αμέτρητα πειράματα με ζώα. Κι ενώ κάθε φορά ήμασταν σίγουροι ότι είχαμε βρει τον σωστό τύπο, τα αποτελέσματα δεν μας δικαίωναν. Εκείνος υποστήριζε με πάθος ότι το πρόβλημα ήταν στα ζώα. Πίστευε ότι αν εφαρμόζαμε τη μέθοδο αυτή σε ανθρώπινο οργανισμό θα σημειώναμε επιτυχία. Όμως δεν είχαμε αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορούσαμε να αναζητήσουμε ανθρώπινους εθελοντές για τα πειράματα. Ούτε η ηθική μας θα το επέτρεπε. Τουλάχιστον όχι μέχρι να είμαστε σίγουροι για κάτι. Οι ξένοι συνάδελφοι επιβεβαίωναν τις εκτιμήσεις του Σωτηρίου, συμφωνούσαν με τις διαπιστώσεις του, αλλά είχαν την ίδια αδυναμία να το αποδείξουν.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Προσπερνούσαμε σαν σταματημένες τις νταλίκες που νωχελικά θαρρείς έβγαιναν για τον νυχτερινό τους περίπατο στη βροχερή νύχτα του Μαρτίου.

- Προσπάθησα να τον προτρέψω να μιλήσει στον πρύτανη. Είναι σοβαρός και ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Θα μπορούσε να μας βοηθήσει...

- Λοιπόν; επέμενα.

- Στάθηκε αδύνατο να τον πείσω. Φοβόταν ότι μια τέτοια γνωστοποίηση μπορούσε να καταστρέψει όλη την πολύχρονη προσπάθεια. Ο πρύτανης δεν είναι κανένας οπισθοδρομικός ή σκοταδιστής, αλλά σίγουρα δεν μπορούσαμε να προεξοφλήσουμε την αντίδραση του. Δεν τον αδικώ σ’ αυτό. Ούτε εγώ ήμουν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνουμε. Όμως σίγουρα κάτι έπρεπε να γίνει. Τότε μπήκε στο μυαλό του αυτή η εμμονή. Νομίζω ότι το είχε σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό, αλλά δεν το ομολογούσε. Την περασμένη εβδομάδα μου φανέρωσε την πρόθεσή του. Να το δοκιμάσει στον εαυτό του. Δεν κατάλαβα στην αρχή. Του είπα ότι ακόμη κι αν δεν έχει καμιά παρενέργεια δεν θα μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα αφού ο ίδιος, απ’ όσο ήξερα, δεν πάσχει από κάτι για να διαπιστώσουμε αν θεραπεύτηκε.

-  Πολύ σωστά, παρατήρησα, εκείνος τι είπε;

Στράφηκε προς την Έλενα.

- Εσύ είσαι βοηθός του πάνω από τρία χρόνια τώρα. Ήξερες ότι ο Σωτηρίου έπασχε από καρκίνο;

- Ορίστε; Η Έλενα γούρλωσε τα μάτια.

- Στο ήπαρ. Και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο, συνέχισε ο Αμάραντος. Παρουσιάστηκε εδώ και δυο χρόνια. Αρνήθηκε να υποβληθεί σε οποιαδήποτε συμβατική θεραπεία του πρότειναν οι γιατροί. Χρησιμοποιούσε μόνον κάποια φάρμακα για τον πόνο και μερικά παραδοσιακά βότανα, που κάποιοι εναλλακτικοί τον βεβαίωναν ότι μολονότι δεν θεραπεύουν την πάθηση τουλάχιστον καθυστερούν την επιδείνωση του προβλήματος. Δεν ξέρω κατά πόσο πράγματι τον βοήθησαν. Όλα αυτά μου τα είπε εκείνη τη μέρα που μου ανακοίνωσε την αμετάκλητη απόφασή του να πειραματιστεί στον εαυτό του...Δεν ήξερα τι να πω...Διαφωνούσα κάθετα. Απ’ την άλλη πλευρά ο άνθρωπος πλησίαζε στον θάνατο κάθε μέρα και περισσότερο. Τι χειρότερο θα του προκαλούσε η δοκιμή του φαρμάκου εκτός ίσως από μια συντομότερη κατάληξη;

Είχα μείνει αποσβολωμένος όλη αυτή την ώρα καταβάλλοντας υπέρμετρη προσπάθεια να πιστέψω όσα άκουγαν τα’ αυτιά μου. Αυτή η τελευταία παρατήρηση με έκανε να αντιδράσω.

- Μα φυσικά. Έχεις δίκιο. Τότε γιατί διαφώνησες μαζί του;

- Σας είπα ότι τα αποτελέσματα των εφαρμογών στα πειραματόζωα δεν μας δικαίωναν. Δε σας είπα όμως γιατί...Το πρόβλημα δεν ήταν στη θεραπεία. Από κάποιο σημείο και μετά η χορήγηση του φαρμάκου σε ποντίκια έδειχνε ελπιδοφόρα. Η νόσος υποχωρούσε, οι όγκοι αποδομούνταν με γοργό ρυθμό, το ανοσοποιητικό τους σύστημα γινόταν όλο και πιο ανθεκτικό. Τουλάχιστον σε όσα απέμεναν...

- Δεν καταλαβαίνω..., ψέλλισε η Έλενα.

- Το πρόβλημα ήταν αλλού, συνέχισε αγνοώντας την ο καθηγητής. Τα ποντίκια παρουσίαζαν μια αλλόκοτη αλλαγή στη συμπεριφορά τους. Λες και μια βόμβα έσκαγε στον εγκέφαλό τους και τους διέλυε τον εγκέφαλο. Γίνονταν ξαφνικά υπερδραστήρια, επιθετικά, άγρια σα να τρελαίνονταν. Ορμούσαν πάνω στα κάγκελα και τα δάγκωναν με λύσσα λες και θα μπορούσαν να τα ροκανίσουν και να βγουν. Είδα πολλά να συνθλίβουν τα κόκαλά τους σκούζοντας ανατριχιαστικά καθώς προσπαθούσαν να χωθούν ανάμεσα στα σίδερα των κλουβιών για να δραπετεύσουν. Ο Φάνης επέμενε ότι αυτό οφείλονταν στη διαφορετικότητα στη λειτουργία του εγκεφάλου των ποντικιών από αυτή των ανθρώπων. Όμως πειράματα που κάναμε τόσο με σκυλιά όσο και με κουνέλια είχαν τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα. Γι’ αυτό αντέδρασα στην απόφαση του. Το αποτέλεσμα δεν μπορούσε να είναι προβλέψιμο.

Στην έξοδο για Θήβα, ο Αμάραντος έκοψε το τιμόνι τόσο ξαφνικά και βιαία ώστε η ναυτία ήρθε να καταλάβει τις αισθήσεις μου.

Μπήκαμε στον επαρχιακό δρόμο, ωστόσο η ταχύτητα του αμαξιού δεν ελαττώθηκε ιδιαίτερα. Μετά από μια τρελή κούρσα σ’ αυτήν την ανώμαλη διαδρομή ξαφνικά ο καθηγητής φρέναρε απότομα. Πριν γκαζώσει και πάλι πρόλαβα να δω μια μικρή πινακίδα. ‘Προς Βίλα Αθανασία’. Μπήκαμε σ’ ένα χωματόδρομο τόσο έρημο και σκοτεινό που ένοιωθα ότι οδηγούσε στο απόλυτο χάος.

htan_mia_polytelhs_epavliΜετά από μια σύντομη διαδρομή, το αμάξι κοκάλωσε με ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό των φρένων μπροστά σε μια έπαυλη. Ήταν μια πολυτελής μεζονέτα με μεγάλο καταπράσινο κήπο και μαντρότοιχο με ψηλά κάγκελα. Κι όμως παρά την προφανή επιμέλεια του ιδιοκτήτη για απομόνωση η αυλόπορτα ήταν ανησυχητικά ορθάνοιχτη. Κατεβήκαμε αργά και σταθήκαμε και οι τρεις κοιτώντας με παγωμένο βλέμμα το σπίτι. Η Έλενα ήταν αυτή που πρώτη βγήκε από τον λήθαργο. Άρχισε να περπατά, αργά στην αρχή, μετά όλο και πιο γρήγορα, στο τέλος σχεδόν τρέχοντας διέσχισε τον πλακόστρωτο διάδρομο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση του κήπου.

Έφτασε στην ξύλινη εξώπορτα. Ήταν κλειδωμένη. Χτύπησε το κουδούνι. Σιωπή. Στο μεταξύ φτάσαμε και εμείς. Ο Αμάραντος την παραμέρισε απαλά κι έβγαλε από την τσέπη του ένα μπρελόκ με κλειδιά. Ο ήχος της κλειδαριάς που άνοιγε μου φάνηκε αβάσταχτα θλιβερός. Κάτι σαν απειλή.

Μπήκαμε προσεκτικά στο σκοτεινό σπίτι. Όλα τα παράθυρα κλειστά. Τίποτα δεν πρόδιδε παρουσία ανθρώπου εδώ. Ο αινιγματικός συνοδός μας έγνεψε να τον ακολουθήσουμε. Άνοιξε το φως και τα μάτια μου ενοχλήθηκαν σ’ αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ένας μεγάλος καθρέφτης στον τοίχο αντικατόπτριζε τα είδωλα του φόβου μας.

- Ελάτε από εδώ, είπε ο Χάρης. Ελπίζω να μη δω αυτό που φαντάζομαι...

Basement-StairsΜετά από το χωλ, στα δεξιά, βρίσκονταν η αρχή μια πέτρινης σκάλας της οποίας τα σκαλοπάτια κατεβαίνοντας χάνονταν στο σκοτάδι. Έμοιαζε σαν μια κατάβαση στον Άδη. Ανατρίχιασα.Μετά την στροφή της σκάλας όμως, στο βάθος τρεμόπαιζε ένα αμυδρό φως. Έρχονταν από τη χαραμάδα μιας κλειστής πόρτας, τόσο σκοτεινής που τίποτα καλό δεν προοιωνιζόταν. Η Έλενα προσπέρασε τον καθηγητή. Άνοιξε με μια αποφασιστική κίνηση που μου φάνηκε σαν αποκοτιά.

Το θέαμα ήταν σοκαριστικό. Στο πάτωμα πεταμένα και θρυμματισμένα δεκάδες γυάλινα σκεύη, δοκιμαστικοί σωλήνες και φιάλες. Υγρά πρασινοκίτρινα κι άλλα που μώβιζαν, χαρτιά, και μολύβια, και βιβλία. Δυο αναποδογυρισμένες καρέκλες συμπλήρωναν το σκηνικό της φρίκης κι εκεί στα δεξιά κοντά στο καλοριφέρ, ο απόλυτος τρόμος. Το σώμα του καθηγητή Σωτηρίου φρικτά παραμορφωμένο κείτονταν άψυχο. Το αριστερό του χέρι υψωμένο προς τα πάνω στηριζόταν στις σωλήνες του καλοριφέρ δεμένο με χειροπέδες από τον καρπό. Το άλλο κρέμονταν δίπλα στο κορμί του και κάτω θρυμματισμένο ένα ποτήρι με τα υπολείμματα του ίδιου υγρού που βρίσκονταν παντού στο πάτωμα του δωματίου. Το ανοιχτό στόμα του ήταν πασαλειμμένο με αηδιαστικά πράσινα αφρώδη σάλια και τα μάτια του γουρλωμένα, σχεδόν βγαλμένα έξω από τις κόγχες και απελπιστικά άδεια.

Ένοιωσα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν και ακούμπησα στον τοίχο πίσω μου για να μην πέσω. Μέσα στη σκοτοδίνη διέκρινα τον Αμάραντο να μαζεύει με επιμέλεια τα σκόρπια χαρτιά από το πάτωμα αδιαφορώντας για τον νεκρό. Η Έλενα είχε σκύψει πάνω από το άψυχο σώμα και το μόνο που ακούγονταν ήταν οι σπαρακτικοί λυγμοί της. Άρχισα να συνέρχομαι και όρμησα στον ανύποπτο Αμάραντο αρπάζοντας τον από το μπράτσο.

- Τι συνέβη εδώ; Γρύλισα.

- Δεν ήμουν εδώ ρε! αντέδρασε εκείνος, τραβώντας το χέρι του.

- Ναι αλλά καταλαβαίνεις.

Κούνησε το κεφάλι με συγκατάβαση.

- Αυτό που γινόταν με τα πειραματόζωα, είπε. Η ουσία μέσω του αίματος πηγαίνει στον εγκέφαλο και προκαλεί παράνοια. Το σώμα καταλαμβάνεται από μανία. Αντιδρά σπασμωδικά και ανεξέλεγκτα. Ο εγκέφαλος δεν μπορεί να λειτουργήσει λογικά. Τα αγγεία του διαστέλλονται διαρκώς και αρχίζουν να σπάνε. Να εκρήγνυνται. Σε μια τέτοια κατάσταση ο λήπτης είναι παράφρων. Ανήμπορος να ελέγξει τις αντιδράσεις του. Μια φονική μηχανή ίσως. Ο Σωτηρίου φαντάζομαι γνώριζε τις πιθανές παρενέργειες και είχε πάρει τα μέτρα του. Όταν είδε –στην τελευταία λογική του αναλαμπή- πως χάνει τον έλεγχο πρόλαβε να δεθεί στο καλοριφέρ προφανώς για να μην προκαλέσει κάποιο μεγάλο κακό· ίσως ελπίζοντας ότι η κρίση θα παρέλθει και το αποτέλεσμα θα τον δικαιώσει.

Οι λυγμοί από τη μεριά της Έλενας συνεχίζονταν ακόμη, αλλά τώρα ακούσαμε εμβρόντητοι και τη φωνή της.

-  ...μετά τη Θήβα...δεξιά στον χωματόδρομο... Έπαυλη Αθανασία...Γρήγορα παρακαλώ...

- Είσαι τρελή; Μ’ ένα δαιμονικό σάλτο ο Αμάραντος όρμησε και της πήρε το ακουστικό σπρώχνοντάς τη με βία. Τι νομίζεις ότι κάνεις της φώναξε κοιτώντας την με μίσος.

Ήταν έτοιμος να τη χτυπήσει με τη γροθιά του, και σα να βγήκα από έναν εφιάλτη έτρεξα πάνω του και του έπιασα το χέρι. Τον έριξα κάτω και ο πάκος με τα χαρτιά που είχε μαζέψει σκορπίστηκε πάλι.

- Εσύ τι νομίζεις ότι κάνεις, βλαμμένε, του είπα με οργή.

- Εσύ είσαι βλαμμένος αγόρι μου. Και τρελός και κούφιος. Ο Σωτηρίου κι εγώ εργαζόμασταν χρόνια τώρα για να μπορέσει το άθλιο σαρκίο σου όπως κι αυτής –έδειξε την Έλενα- και ολόκληρης της ανθρωπότητας, να αποδράσει της τραγικής του μοίρας. Νομίζω πως δεν αξίζετε αυτή τη γενναιοδωρία. Και λέγοντας το αυτό έβγαλε απειλητικά ένα περίστροφο από τη δεξιά του τσέπη. Δεν είχα κανένα λόγο να αναμειχθώ σ’ αυτό. Ζω εδώ και 780 χρόνια και θα ζήσω μέχρι τη συντέλεια του Σύμπαντος. Εσείς θα γίνετε τροφή για τα σκουλήκια. Θλιβερός πολτός, απόλυτο μηδέν. Δεν είχα κανένα λόγο να αναμειχθώ. Αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος μ’ έπεισε. Θαύμασα τα ευγενικά και μεγαλόψυχα ιδανικά του. Να προσφέρει το μεγαλύτερο δώρο στην ανθρωπότητα. Αυτός είχε υπερβεί την περιορισμένη του φύση. Θυσιάστηκε για χάρη σας. Αχάριστοι θνητοί...

Ξαφνικά η αλήθεια, η τραγική πραγματικότητα έλαμψε μπροστά στα μάτια μου.

-  Η ουσία...αυτό που τρέλαινε τα ποντίκια. Αυτό που ανατίναξε το μυαλό του Σωτηρίου... Δεν προέρχεται από ζώα, έτσι; Εσύ ήσουν ο δότης...

Λέγοντας αυτά είδα τα μάτια του να θαμπώνουν. Μίσος, οργή ή υποψία δακρύων; Ανθρώπινα συναισθήματα σ’ ένα πλάσμα που πλέον δεν θύμιζε με τίποτα άνθρωπο;

Με διέταξε να ξαναμαζέψω τα χαρτιά ενώ σημάδευε πότε εμένα πότε την Έλενα με το περίστροφο. Εκείνη έδειχνε εντελώς παραδομένη. Δεν έκανε καμιά κίνηση. Δεν έλεγε τίποτα. Κοιτούσε μόνο μ’ ένα απλανές βλέμμα και το όμορφο πρόσωπό της συνταράζονταν κάθε τόσο από τους λυγμούς. Έσκυψα κι άρχισα να μαζεύω. Τα χαρτιά περιείχαν ακαταλαβίστικους χημικούς τύπους. Μερικά ήταν πεσμένα στα πόδια του. Πλησίασα να τα μαζέψω.

-  Τελείωνε μελλοθάνατε, είπε...

Θεώρησα πως δεν θα φεύγαμε από εκεί ζωντανοί. Ο Αμάραντος ή ό,τι κρύβονταν πίσω από το ανθρώπινο παρουσιαστικό του δεν θα μας άφηνε να αποκαλύψουμε το μυστικό. Συγκέντρωσα όσες δυνάμεις μου απέμεναν και βούτηξα πάνω του πιάνοντας τον από τη μέση. Εκείνος ξαφνιάστηκε, έπεσε προς τα πίσω, το όπλο τινάχτηκε από το χέρι του κι εκπυρσοκρότησε. Ένοιωσα τη σφαίρα να σφυρίζει δίπλα στο μέτωπό μου. Είχα χάσει κάθε αίσθηση φόβου εκείνη τη στιγμή. Ανέβηκα πάνω του κι άρχισα να τον γρονθοκοπώ, ανελέητα χωρίς να ελέγχω καθόλου το μυαλό μου.

Η Έλενα με τράβηξε δυνατά από τον ώμο...

-  Σταμάτα...θα τον σκοτώσεις, είπε.

Γύρισα και την είδα να κοιτάζει ανέκφραστα τον Αμάραντο. Στο δεξί της χέρι κρατούσε το περίστροφο. Ο καθηγητής ανασηκώθηκε αιμόφυρτος. Με κοίταξε με περιφρόνηση περισσότερο, παρά με μίσος. Στάθηκε γερά στα πόδια του. Κάρφωσε το βλέμμα του στην Έλενα για αρκετή ώρα. Κανείς δε μίλαγε. Έβλεπα το κορμί της να τρέμει. Ύστερα εκείνος προχώρησε αργά προς την πόρτα και την άνοιξε.

- Στάσου, φρικιό, του φώναξα...Έλενα πυροβόλησέ τον...

Σιωπή...γύρισα και την κοίταξα. Κρατούσε το περίστροφο στο τεντωμένο της χέρι σημαδεύοντάς την πλάτη του.

- Μα τι περιμένεις, της είπα. Ρίχτου...

Σήκωσα το βλέμμα στα μάτια της. Εντελώς ανέκφραστα. Σαν υπνωτισμένα. Ξαφνικά κινήθηκε ακολουθώντας τον καθηγητή που ανέβαινε αργά τις σκάλες. Προσπάθησα να την πιάσω από τον ώμο και η λαβή του περιστρόφου κατέβηκε με δύναμη στο πρόσωπό μου. Σωριάστηκα κάτω κι ένοιωσα το αίμα να κυλάει στο μάγουλό μου. Πρόλαβα να διπλώσω τα χαρτιά και να τα χώσω στην τσέπη του μπουφάν καθώς έβλεπα τα θεσπέσια πόδια της να χάνονται ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια. Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Μετά όλα σκοτείνιασαν.

Συνήλθα στο νοσοκομείο. Μια νεαρή νοσοκόμα στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου και μου έλεγε γλυκά να μη φοβάμαι και πως είμαι καλά...Χα! Καλά...

Έμεινα εκεί δυο μέρες, και οι αστυνομικοί παρέλασαν από το θάλαμο άπειρες φορές. Τους διηγήθηκα την όλη ιστορία, παραλείποντας φυσικά να αναφέρω το σχόλιο του Αμάραντου για την πραγματική του ηλικία. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να με οδηγήσει σε κανένα άσυλο, άλλωστε δεν ήμουν τότε βέβαιος ότι όλα όσα είχε πει δεν ήταν παρά τα παραληρήματα ενός σχιζοφρενή.

Η ανάκριση συνεχίστηκε και μετά την έξοδο μου για αρκετές ημέρες. Νομίζω ότι με πίστεψαν τελικά αν και για πολύ καιρό αισθανόμουν ότι ήμουν υπό επιτήρηση. Γι’ αυτό και φερόμουν εντελώς φυσιολογικά. Πονούσα πολύ για την ανεξήγητη συμπεριφορά της Έλενας, αλλά ο χρόνος μου γιάτρεψε κι αυτή την πληγή.

Συνέχισα να πηγαίνω στα μαθήματά μου. Ζούσα πλέον πολύ πιο ήσυχα και αφοσιώθηκα στην επιστήμη μου. Όταν βεβαιώθηκα επιτέλους ότι η αστυνομία με είχε ξεχάσει δεν μπορούσα να μην πραγματοποιήσω αυτό που μ’ έτρωγε όλο αυτό το διάστημα...

Ήταν σούρουπο, ο καιρός είχε αρχίσει πια να ζεσταίνει για τα καλά. Η διαδρομή με τη μηχανή στην παραλιακή ήταν πολύ ευχάριστη. Βρήκα πολύ εύκολα το στενάκι και πάρκαρα έξω από το μυστικό εργαστήριο του μακαρίτη καθηγητή. Μπήκα ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αφού σιγουρεύτηκα ότι κανείς δε με παρακολουθεί. Το δωμάτιο του εργαστηρίου ήταν τώρα βυθισμένο στη σκόνη και στις αράχνες. Όλα ήταν έτσι όπως τα είχαμε αφήσει τότε. Αυτό επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι κανείς άλλος εκτός από τους δυο καθηγητές, την Έλενα και μένα δεν γνώριζε για την ύπαρξη αυτού του μέρους. Δεν άναψα φως αλλά ένα μικρό κερί που βρήκα παρατημένο στον πάγκο. Μετά από αρκετή ώρα ανακάλυψα το κρυφό ερμάριο-καταψύκτη του καθηγητή. Το άνοιξα και έμεινα αποσβολωμένος να χαζεύω τα μικρά μπουκαλάκια με το περίεργο περιεχόμενο. Δεν είχα καμιά αμφιβολία, παρά το λιγοστό φως ότι επρόκειτο για ανθρώπινους ιστούς που διατηρούσε ο Σωτηρίου για να τους χρησιμοποιεί στα πειράματά του. Πλησίασα το κερί στις ετικέτες που είχε κολλήσει πάνω. Οι μισές απ’ αυτές έφεραν τα αρχικά ‘Χ.Α.’ Το παγωμένο χαμόγελο στα χείλη μου δεν ήξερα αν οφειλόταν στην ικανοποίηση της επιβεβαίωσης ή στον ψυχικό πόνο που αυτή μου προκαλούσε...

Πήρα ένα βαζάκι και βιάστηκα να φύγω για να μην καταστραφεί το δείγμα. Τότε νόμιζα πως ήταν η τελευταία φορά που επισκεπτόμουν αυτό το φοβερό κτίριο. Τίποτα δε με προϊδέαζε πως από εκείνη τη στιγμή θα πέρναγα τον περισσότερο χρόνο μου κλεισμένος εκεί, στο ημίφως, νηστικός, χλωμός, αρρωστημένος πνευματικά, ψυχικά και σωματικά. Σκυμμένος μονίμως πάνω από δοκιμαστικούς σωλήνες και χαρτιά με αλλόκοτα σύμβολα. Γύρισα το ίδιο βράδυ, εισβάλλοντας για άλλη μια φορά από το ξεχαρβαλωμένο παράθυρο, αφού ξέθαψα και πήρα μαζί μου τα τσαλακωμένα χαρτιά που είχα μαζέψει εκείνη τη φοβερή νύχτα στην Έπαυλη Αθανασία κι έκρυβα τόσο καιρό σε μια γωνιά της ντουλάπας.

Μου πήρε τρεις μήνες να σπάσω τον μυστικό κώδικα του Σωτηρίου. Το βράδυ που το πέτυχα ήταν σα να εκπλήρωνα όλο το σκοπό της ανθρωπότητας. Ήμουν σίγουρος ότι θα πετύχαινα ό,τι δεν πρόλαβε ο άτυχος καθηγητής. Θα παρασκεύαζα το απόλυτο ελιξίριο χωρίς καμιά από τις παρενέργειές του...

***

Κάθομαι εδώ στο μοναχικό μου διαμέρισμα. Μπροστά στο παράθυρο που το μαστιγώνει η μανιώδης νοεμβριανή καταιγίδα. Το μόνο που φωτίζει τον χώρο είναι το ασημένιο κηροπήγιο με τα τρία αναμμένα κεριά. Πέρασε αρκετός χρόνος από τότε. Όλα θα έμοιαζαν σαν ένα κακό όνειρο. Σαν εφιάλτης. Θα έμοιαζαν αν...

Ένα μήνα πριν στεκόμουν πάλι εδώ. Σφιχτά στην παλάμη μου κρατούσα τη σύριγγα με τον θανατηφόρο ιό.

Στιγμιαίοι ενδοιασμοί...Ω, τέλειωνε επιτέλους. Η βελόνα βυθίστηκε αποφασιστικά στη φλέβα. Όλα πήραν τον δρόμο τους...

Γυρίζω προς το τραπέζι του σαλονιού και το κοιτάζω...Ένα κρυστάλλινο ποτήρι γεμάτο μ’ ένα περίεργο, σιχαμερό, πρασινοκίτρινο υγρό. Όσο κι αν δείχνει αηδιαστικό είναι δική μου δημιουργία. Είναι η συμπύκνωση της εργασίας και του πόθου τόσων ανθρώπων ανά τους αιώνες που πίστεψαν στη δυνατότητα να νικηθεί η Νόσος. Η μεγαλύτερη και πιο αναπόφευκτη Νόσος που στοίχειωσε το ανθρώπινο γένος.

Η ώρα περνάει...Σκέφτομαι το φρικιαστικά άδειο βλέμμα του άψυχου Σωτηρίου. Το παρανοϊκό πρόσωπο του Αμάραντου...Την τελευταία ψυχρή ματιά που μου έριξε η Έλενα...και τα υπέροχα πόδια της που χάθηκαν ανεβαίνοντας τη σκάλα εκείνου του υπογείου. Τόσες απώλειες, τόσος πόνος, τόση αδικία...πρέπει επιτέλους να δικαιωθούν. Ο κόσμος χρειάζεται έναν νέο Προμηθέα για να του χαρίσει εκ νέου τη φωτιά. Τη φλόγα της αμάραντης αιωνιότητας...

Μειδιάω ειρωνικά και βγάζω από την τσέπη μου το πιστόλι της σωτηρίας, αν κάτι δεν πάει καλά...Υψώνω το ποτήρι.

- Εις υγείαν της Φωτιάς

Άρης Σείριος (Νοέμβριος 2009)

Aris_Sig

 

 

The idea is

to die young...

...as late

as possible